Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Η ΑΓΑΠΗ

( της Κίρα Σίνου)
Ήταν τότε που χάσαμε τη Μουκίτσα μας. Πέστε ότι πήγαινε γυρεύοντας και πως όλοι μας κατά βά­θος το ξέραμε ότι αυτή θα ήταν η κατάληξη, η μοίρα της, ας πούμε, να χαθεί δηλαδή, αλλά όταν εκείνο το πρωί δεν επέστρεψε από την καθημερινή της βόλτα, τα βάψαμε μαύρα. Ήταν το αγαπημένο από τα τέσσερα πεκινουά μας, ένα σκυλάκι τρισχαριτωμένο και πανέξυπνο.
Όταν, ξαπλωμένη στη μεγάλη κουνιστή πολυθρόνα, άνοιγε τις ματούκλες της να μας κοιτάξει, η καρδιά μας έλιωνε. Κι άλλες φορές καθώς καθόταν και μας μιλούσε με μικρές φω­νές και τρυφερά γρυλίσματα ήμασταν σίγουροι, ναι, απολύ­τως σίγουροι, ότι μας διηγόταν κάτι που της έτυχε. Η εξυπνά­δα της δεν είχε όμοια. Ήταν άλλο πράγμα η Μουκίτσα μας.
Ένα μόνο κακό είχε: ήταν γυρίστρα, αλήτισσα, πως να το πούμε. Κάθε πρωί ζητούσε να βγει και πήγαινε την καθιερω­μένη της βόλτα. Συνήθως επέστρεφε μόνη της. Καμιά φορά μας τηλεφωνούσαν από τις πιο απίθανες γειτονιές να μας ειδοποιήσουν ότι την έχουν μαζέψει στο δρόμο, αλλά διάβα­σαν το τηλέφωνο μας στην κονκάρδα της και μας ειδοποιού­σαν και η Μουκίτσα γύριζε πάλι στο οικογενειακό της κύ­κλο, κουνώντας την ουρά της και πολύ ευχαριστημένη από την περιπέτεια της.
Όμως μια μέρα δε γύρισε στην ώρα της. Περιμέναμε, βγαίναμε στο δρόμο ελπίζοντας ότι κάπου θα είχε μπλέξει, τη φωνάζαμε με την ελπίδα ν' ακούσουμε από κάπου το χαρακτηριστικό, αστείο γάβγισμα της, τούτη τη φορά όμως, τίποτα. Η Μουκίτσα δεν επέστρεφε ούτε και μας έπαιρνε κανένας τηλέφωνο να μας πει ότι βρήκε ένα πεκινουά με το όνομα μας στην κονκάρδα του. Έτσι πέρασε η μέρα γεμάτη αναμονή και μελαγχολία. Την επομένη ενεργοποιηθήκαμε. Καταφύγαμε σε όλα τα μέσα, κάναμε ότι περνούσε από το χέρι μας, ειδοποιήσαμε την αστυνομία, τις διάφορες φιλοζωικές εταιρίες, βάλαμε αγγελίες στις εφημερίδες, σε κομπιού­τερ ο γιος μου, ο Λεωνίδας, στις κολόνες του δρόμου και στα πολυσύχναστα μαγαζιά. Και πάλι δίχως αποτέλεσμα. Μόνο μια κυρία μας ειδοποίησε από την άλλη μεριά της Αθήνας ότι είχε βρει ένα αδέσποτο πεκινουά. Η περιγραφή ταίριαζε, αλλά όταν πήγε να το δει ο Λεωνίδας διαπίστωσε ότι ναι μεν ήταν πραγματικά ένα πεκινουά, δεν ήταν όμως η Μουκίτσα μας. Απογοητευτήκαμε τρομερά αν και βέβαια η λογική μας έλεγε ότι δύσκολα θα βρισκόταν τόσο μακριά το σκυλάκι μας. Μα δεν ξέρει κανείς ποτέ.
Μ αυτή την αγωνία πέρασαν ακόμα καμιά δεκαριά μέ­ρες, ώσπου ένα μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνο.
— Χάσατε ένα πεκινουά; ρώτησε μια αντρική φωνή.
— Ναι, απάντησα με ελπίδα. Την είδατε τη Μουκίτσα μας;
Ο άντρας στο τηλέφωνο συστήθηκε. Ήταν γιατρός και έμενε κάπου στα πολύ βόρεια προάστια. Είδα την αγγελία έξω από το Βασιλόπουλο. Πρέπει να τ' αγαπάτε πολύ αυτό το ζώο για να τυπώσετε τόσο όμορφες αγγελίες. Έχω και εγώ σκυλιά και σας καταλαβαίνω, μου είπε.
Ο άνθρωπος είχε φαίνεται όρεξη για κουβέντα, αλλά εγώ καιγόμουνα από ανυπομονησία.
— Το είδατε το σκυλάκι μας; τον διέκοψα.
— Γράφετε ξανθό στην περιγραφή. Μήπως εννοείτε άσπρο ή σχεδόν άσπρο;
— Όχι, δεν είναι άσπρη, είναι ξανθιά, χρυσαφιά για ακρίβεια. Και τις λείπουν τα πάνω μπροστινά δοντάκια γιατί κάποτε τη χτύπησε αυτοκίνητο.
— Τα δόντια της δεν μπόρεσα να δω. Τέλος πάντων μπορεί να είναι και ξανθό το σκυλάκι. Δεν το είδα και πολύ καθαρά αλλά είμαι απόλυτα σίγουρος ότι πρόκειται για πεκινουά. Μπήκε χτες στον κήπο μας, μα έχουμε λυκόσκυλα. Το κυνήγησαν και πήρε δρόμο.
— Δεν το κρατούσατε...
— Δεν πρόλαβα, εξήγησε ο γιατρός. Αν το ξαναδώ θα προσπαθήσω να το πιάσω. Στο μεταξύ πιστεύω ότι κάπου εδώ κοντά θα γυρίζει. Ίσως αν ψάξετε, να το βρείτε.
— Ευχαριστώ πολύ γιατρέ. Δεν ξέρετε πόσο ευγνώμων εί­μαι.
— Μα σας παρακαλώ. Τι έκανα; Μόνο που σας ειδοποίησα
— Μακάρι να ήταν όλοι οι άνθρωποι σαν εσάς. ξέρετε πόσοι μπορούν να βοηθήσουν χωρίς να υποβληθούν σε κανέναν κόπο και όμως αδιαφορούνε; του είπα και το εννοούσα.  Η αδιαφορία έχει γίνει πια το γνώρισμα της εποχής μας
Αμοληθήκαν και ο δυο τους, πατέρας και γιος, σε αναζήτηση του πεκινουά, πήγαν σ' εκείνη τη γειτονιά και ξαναπήγαν, φώναξαν και ξαναφώναξαν, όμως χωρίς να πάρουν καμιά απάντηση. Το πεκινουά δε φαινόταν πουθενά, κι όσο αν ψάξανε κι όσο κι αν ρωτήσανε κανένας δεν ήξερε τίποτε. Το σκυλάκι είχε γίνει άφαντο.
Και πάλι πέρασαν μέρες, βδομάδες, απόγνωσης, οπότε πάλι αποτάθηκε στους μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς και  τους παρακάλεσα να δώσουν ένα μήνυμα. Τούτη τη φορά  ήταν μια κυρία που με πήρε:                   
— Μένω στο Καστρί, μου είπε, και τώρα τελευταία έχει έρθει ένα σκυλάκι αδέσποτο. Πρέπει να είναι ένα καθαρόαι­μο πεκινουά, θα το ‘παιρνα, αλλά δε γίνεται. Έχω άλλα σκυλιά και δεν μπορώ να φορτωθώ και μ' αυτό. Είναι όμως ένα πολύ γλυκό ζωάκι και το ταΐζω. Τελευταία είχε εξαφανιστεί για κάμποσες μέρες. Τώρα μας ξανάρθε, αλλά πως το είχε χτυπήσει αυτοκίνητο γιατί έχει αίματα στο ένα του πλευρό.
— Μήπως ξέρετε αν είναι αρσενικό ή θηλυκό.
— Και τι χρώμα είναι; ρώτησα.
— Πρέπει να είναι άσπρο, αν και τόσο βρόμικο φαίνεται μπεζ.
— Μήπως ξανθό;
— Μπορεί και ξανθό. Αλλά σας το είπα κιόλας, με τόση βρώμα που έχει επάνω του είναι δύσκολο να καταλάβω ακριβώς το χρώμα του.
— Ευχαριστώ πολύ που με ειδοποιήσατε, είπα στην άγνω­στη. Σας δίνω το γιο μου να του πείτε πού ακριβώς μένετε.
— Κοίτα να δεις, είπα στο Λεωνίδα καθώς ντυνόταν για να πάει να βρε! το σκυλί. Δε πιστεύω να είναι η Μουκίτσα μας. Και το χρώμα δε μου φαίνεται να ταιριάζει, αλλά και δεν είναι δα και τόσο μακριά αυτό το σπίτι ώστε να μην μπορεί να έρθει μόνη της πίσω.
— Μαμά, λυπάμαι που το λέω, αλλά φοβάμαι ότι δε θα την ξαναβρούμε ποτέ τη Μουκίτσα. Τούτη τη φορά ή την έχασε την κονκάρδα της ή εκείνος που μάζεψε το σκυλί δεν της έδωσε σημασία. Πάρτε το απόφαση, εσύ κι ο μπαμπάς.
— Θέλεις  δηλαδή να πεις ότι την έκλεψαν;
— Ναι, την έκλεψε κάποιος και δεν έχει, φαίνεται, σκοπό να την ξαναδώσει ούτε καν για να πάρει την αμοιβή.
— Ας το έχει τουλάχιστον καλά και του το συγχωρώ. Και μια και πας τώρα να δεις αυτό το σκυλάκι που μας ειδοποίη­σαν, θέλω να σου πω κάτι. Ακόμα κι αν δεν είναι η Μουκί­τσα, παρ' το. Έχουμε βέβαια πολλά σκυλιά, όμως αυτό το δύστυχο το λυπάμαι. Πιστεύω ότι είναι το ίδιο για το οποίο μας ειδοποίησε εκείνος ο γιατρός κι αυτό σημαίνει ότι βδομά­δες τώρα γυρίζει στους δρόμους, ότι πεινάει και κρυώνει και δε βρίσκεται άνθρωπος να το περιμαζέψει.
— Προτού το φέρω όμως, θα το πάω στο γιατρό να δούμε πού τραυματίστηκε. Αργύρωσε, είπε ο γιος μου και άπλωσε το χέρι του να του δώσω λεφτά για τον κτηνίατρο.
Έφυγε κι από κει δεν έδωσε σημεία ζωής. Περίμενα αρκε­τή ώρα και καθώς δεν έπαιρνε ούτε καν τηλέφωνο, άρχισε να με τρώει η αγωνία. Τι να έγινε; Το βρήκε το σπίτι; Ήταν εκεί το σκυλί ή για κακή του τύχη είχε φύγει και το έψαχνε;
Όταν επιτέλους είδα κι αποείδα, σκέφτηκα να πάρω τον κτηνίατρο. Ο Λεωνίδας ήταν πραγματικά εκεί και περίμενε τη σειρά του. Μου τον φώναξαν στο τηλέφωνο.
— Δεν είναι η Μουκίτσα, μαμά. Πάει εκείνη, ξέγραψε την. Αυτή εδώ είναι άσπρη.
Δεν άντεξα και πήγα και εγώ στον κτηνίατρο. Βρήκα το γιο μου με το σκυλάκι να περιμένει ακόμα.
— Κοίτα το, και μου έδειξε  το σκυλάκι  κοντά του. Ήταν ένα χαριτωμένο ζωάκι με γαλανά ματάκια και μυτούλα που κανονικά θα έπρεπε να ήταν ροζ, αλλά τώρα ήταν ξασπρουλιάρικη από τις κακουχίες. Καθισμένο δίπλα στο πόδι του Λεωνίδα, έτρεμε σαν να το περνούσε ένα σύγκρυο.
— Φοβάται, μου εξήγησε ο γιος μου. Δεν ήθελε να φύγει από κει γιατί φαίνεται η κυρία αυτή ήταν η μόνη που της έδινε κάτι να φάει. Το μόνο που ζητάει αυτό το ζωάκι είναι λίγη αγάπη. Τα είδες τα αίματα; Πρέπει να την χτύπησαν άσχημα.
Επιτέλους μπήκαμε στο ιατρείο. Η βοηθός πήρε τη σκυλί­τσα και την ανέβασε στο μεταλλικό τραπέζι. Ο γιατρός έσκυψε επάνω της και βάλθηκε να την ψηλαφίζει.
 Όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο σκυθρωπό γινόταν το ύφος του. Τελικά άφησε το σκυλί δίχως καν να το ακροαστεί.
— Το σκυλί έχει καρκίνο. Είναι γεμάτο όλο το σώμα του. Κι αυτά τα αίματα που βλέπετε δεν προέρχονται από χτύπημα αλλά από έναν όγκο που έσπασε.
— Καρκίνο; επανέλαβα. Μήπως μπορούμε να το εγχειρί­σουμε;
— Αποκλείεται. Είναι πολύ αργά. Ο καρκίνος έχει απλωθεί παντού. Δε θεραπεύεται. Γι' αυτό και το πέταξαν.

— Λέτε δηλαδή να το πέταξαν;
— Σίγουρα, είπε ο κτηνίατρος. Υπάρχουν άνθρωποι που υποτίθεται ότι αγαπούν το ζωντανό τους, το έχουν στα πού­πουλα και τα μετάξια, αλλά μόλις ανακαλύψουν ότι υποφέ­ρει από κάτι σοβαρό το πετούν στο δρόμο.
— Είναι δυνατό; ρώτησε ο Λεωνίδας.
— Δυστυχώς. Έχω συναντήσει πολλές τέτοιες περιπτώ­σεις. Είπαμε ότι τ' αγαπούν, μερικές φορές και πραγματικά, αλλά όπως στην περίπτωση αυτού του πεκινουά που υποφέ­ρει από μια ανίατη ασθένεια, και είμαι βέβαιος ότι ο γιατρός τους είχε συμβουλέψει να του κάνουν ευθανασία, λένε ότι τ' αγαπούν τόσο που δεν αντέχουν να το σκοτώσουν. Από την άλλη μεριά όμως φοβούνται να το κρατήσουν, αφού είναι τόσο βαριά άρρωστο και το πετούν στο δρόμο καταδικάζο­ντας το όχι μόνο σε αργό θάνατο, αλλά και θάνατο υπό τις χειρότερες συνθήκες. Αυτό το  ζωάκι που είναι όμορφο και ράτσας, θα το είχαν όπα όπα και ξαφνικά το πετάν στο δρό­μο, μέσα στο χειμώνα, ένα ζωάκι που τα έβρισκε όλα έτοιμα και τώρα χώρια από την ασθένεια του υπέφερε από το κρύο, την πείνα, τη δίψα και την απονιά των ανθρώπων. Ωραία αγάπη έχουν στα ζώα τους. Σου λένε δεν αντέχουν να το σκοτώσουν, αντέχουν όμως να το διώξουν, καταδικάζοντας το σε μια μοίρα πολύ χειρότερη από την ευθανασία.
— Και τώρα τι θα το κάνουμε, γιατρέ; ρώτησα. Γίνεται κα­μιά θεραπεία, έστω και προσωρινή;
— Όχι, η πάθηση του είναι πολύ προχωρημένη. Δεν μπορού­με να κάνουμε τίποτα.
— Δηλαδή;
— θα αναγκαστώ να το κοιμίσω. Το ξέρετε ότι αποφεύγω αυτή τη λύση, αλλά δε γίνεται διαφορετικά. Όχι, δε δέχομαι να με πληρώσετε. Είναι καθήκον μου.
Ο γιατρός πήρε τη σκυλίτσα αγκαλιά και προχώρησε στην πόρτα. Το πεκινουά σήκωσε το κεφαλάκι του και το ακούμπησε γεμάτο εμπιστοσύνη στον ώμο του. Μέσα από το βρό­μικο κι αναμαλλιασμένο τρίχωμα του φάνηκε ένα περιλαίμιο. «ΑΓΑΠΗ» ήταν σκαλισμένο τ' όνομα του πάνω στη μεταλλική πλάκα κολλημένη στο πράσινο περιλαίμιο.



Δεν υπάρχουν σχόλια: