Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

ΕΛΑ … ΜΠΟΡΕΙΣ!

 της Γαλάτειας Σουρέλη Γρηγοριάδου
«Και το Πνεύμα του θεού, σεργιανούσε   πάνω από τα νερό...». Δεν θυμάται πότε   τα πρωτάκουσε τούτα τα λόγια. Ίσως  από τότε που θήλαζε, του τα ψιθύριζε ο πατέρας. Και μεγάλωσε με αυτά τα λόγια από το βιβλίο της Γένεσης.
Περπάτησε ποτέ; Και πότε; Η μάνα ορκίζεται πως πρώτα μπήκε στο νερό, στη θάλασσα, πρώτα κολύ­μπησε κι ύστερα περπάτησε στη γη. «Κόντεψες - ναι, να σε χαρώ - να σκυλοπνιγείς, κατάπιες ένα κοντάρι νερό και ύστερα πολύ σου λέω, ύστερα σκόνταψες κι έφαγες χώμα. Μια φορά κι έναν καιρό...»
Όχι, για το Γιάννη μια φορά κι έναν καιρό δεν ήταν δράκοι, νεράιδες, στοιχειά. Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας χωριάτης Μαρουσιώτης. Το όνομα του Σπύρος Λούης, και να το θυμάσαι. Αυτός λοιπόν έτρεξε σ' ένα αγώνισμα που το λέγαν Μαραθώνιο. Βγήκε πρώτος με τη φουστανέλα του ν' ανεμίζει πήρε από τον Βασιλιά και το Διάδοχο το κύπελλο και κλαδιά αγριελιάς, από την Ολυμπία κλαδιά πρόσεξε. Κι ανέβηκε για πρώτη φορά στον ιστό η Ελληνική σημαία κι ο κόσμος κουνούσε καπέλα, μαντίλια. ελληνικές σημαίες και φώναζαν το όνομα του Ολυμπιονίκη χειροκροτώντας, σαν τρελοί και... και ήταν Πασχαλιά και...
Το τέλος δεν το άκουγε ποτέ ο Γιάννης, γιατί μπούκωναν τα λόγια στο στόμα του πατέρα και σταμάταγε δήθεν να βήξει... δήθεν να πιει νερό... δήθεν...
Μ' αυτό το παραμύθι μεγάλωσε ο Γιάννης.
Κι ήρθαν όλα φυσικά.
Τον πήγε ο πατέρας στην πισίνα για προπόνηση. την ώρα που τα άλλα παιδιά πηγαίνανε στο πάρκο. έμαθε κρόουλ πριν μάθει να διαβάζει. Το οπίσθιο πριν την πρόσθεση και την αφαίρεση. Τον χρόνο που έπιανε, πριν ακόμα μάθει το ρολόι. Όπως μεγάλωνε, τον ξεχώρισαν από τη δημόσια πισίνα και τον πήραν στην ομάδα. Κι έγινε το καμάρι της ομάδας, το καμάρι και η ελπίδα πως θα νικούσε τις άλλες ομάδες-
- Και το Πνεύμα του Θεού σεργιανούσε πάνω από τα νερά. Και συ  από το νερό θα βγάλεις ένα αστραφτερό, χρυσό μετάλλιο σε κάποιους Ολυμπιακούς. Έτσι τελείωνε ο πατέρας μετά από κάθε προπόνηση. Η μαμά κουνούσε το κεφάλι σκε­φτική.
- Άσε. χριστιανέ μου. το παιδί να παίξει κιόλας. Ας ‘το να βολτάρει με τα παιδιά της γειτονιάς, ας ‘το να χαρεί, να ζήσει.
Εχτρός αν πάταγε τη γη μας, δε θα είχε τέτοια μάνητα ο πατέρας όσο με τούτες τις κουβέντες.
- Δεν ξέρεις τι θα πουν Ολυμπιακοί Αγώνες! φώναζε και τον άκουγε η γειτονιά. Γκρεμίζανε τείχη, σαν είχε μια πολιτεία Ολυμπιονίκη, εξηγούσε.
- Εγώ ξέρω καν και καν ήρωες στην ιστορία, που δεν ήταν Ολυμπιονίκες και όμως σώσανε τον τόπο μας και τον κόσμο σώσανε.
- Πέρασαν κείνο το χρόνια. Τώρα ήρωες είναι οι μεγάλοι αθλητές, οι Πρώτοι…, ξέκοβε την κουβέντα ο πατέρας.
Τον βούταγε τα βράδια από το χέρι και πήγαιναν στο μέσα δωμάτιο. Έπαιρνε ένα χαρτί, ένα μαρκα­δόρο κι άρχιζε.
- Καλός κι ο προπονητής σου. αλλά πρόσεξε εμένα. Στην εκκίνηση χάνεις χρόνο. Πολύτιμο, παιδί μου, χρόνο. Να, είσαι εδώ. Με το μαρκαδόρο σημείωνε ο πατέρας τη θέση του γιου του στη πισίνα. Στην εκκίνηση πρέπει να τιναχτείς σαν σαΐτα και να κερδίσεις απόσταση. Αν το πάρεις σβέλτα το ξεκίνημα, τότε...
Άλλες φορές τον έπαιρνε και περπατούσαν στους έρημους δρόμους της γειτονιάς που κοιμότανε.
- Είναι τέτοια η ευτυχία του γονιού, του έλεγε συνεπαρμένος, που φτάνει ως το θάνατο. Ήταν, που λες, ένας - μου ξεφεύγει το όνομα του, να θυμηθείς σαν γυρίσουμε να ανοίξουμε την εγκυ­κλοπαίδεια - που του φώναζε όλο το στάδιο:
«Μπορείς να πεθάνεις πια ευλογημένε, τώρα που είδες τα δυο σου παιδιά Ολυμπιονίκες!», και πέθανε! Τέτοια χαρά! Κλεινάν τα μάτια του παιδιού, τα μισά άκουγε, γιατί βούιζανε τα αυτιά του, έσερνε τα ποδαράκια του στο πεζοδρόμιο. Ονειρευότανε τον ύπνο, όσο ο πατέρας το χρυσό μέταλλο του Ολυμπιονίκη.
- Να πας σε παπά να τον διαβάσει, συμβούλεψε κοροϊδευτικά τη μάνα μια γειτόνισσα. Μα η μάνα θύμωσε όλα κι όλα, δικός τους λογαριασμός τι γινόταν στο σπιτικό της, πήρε το μέρος του άνδρα της.
Και το Πνεύμα του Θεού σεργιανούσε πάνω από τα νερά, κι αυτός πάλευε σκληρά με το χρονόμε­τρο, βελτίωνε πόντο πόντο το αδύνατο του σημείο, την εκκίνηση. Όσο μεγάλωνε, τα πράγματα γίνονταν πιο δύσκολα. Οι δυο ώρες τη βδομάδα προπόνηση δεν έφταναν. Γίνηκαν δυο ώρες την ημέρα. Στην αρχή, ήθελε να κάνει σκασιαρχείο από την προπόνηση, να πάει με τα άλλα γειτονοπούλα να παίξει μπάλα, να μπερδευτεί στις κουβέντες τους για τον Πρίσλευ, τους Μπητλς, να ακούσει τους Μπητλς.
Στην αρχή. Μετά ξέκοψε από όλους που δεν ήταν στη συντροφιά της Ομάδας, μόνη κουβέντα τα ρεκόρ στην κολύμβηση, ποιος τα έσπασε, ποιος τα σπάει τα ρεκόρ σήμερα, ποιος θα τα σπάσει αύριο. Κι όταν πια στο σχολειό κουβέντιαζαν τα άλλα παιδιά, δεν τα καταλάβαινε, μιλούσαν, θαρ­ρείς, άλλη γλώσσα, άγνωστη. Τώρα οι δυο ώρες προπόνηση έγιναν τέσσερεις, μετά έξι έγιναν χαρά. η μόνη του χαρά και με τι προσμονή τις περίμενε!
- Ελεύθερο τώρα το στήθος στο νερό, μπράβο... όχι έτσι- όχι, όχι... ξανά από την αρχή. Πρόσθιο, το στήθος στο νερό... όχι κουπιά τα χέρια αλλά... έχετε δει σκυλάκια να κολυμπούν; Ναι. σαν τα σκυ­λάκια Γιάννη! Κατάλαβες; Πεταλούδα τώρα. Ελάτε παιδιά... Γιάννη και τα δυο χέρια μαζί. ταυτόχρονα, περιφορά των χεριών... Οι ώρες της προπόνησης πλήθαιναν.
- Το άλμα σου Γιάννη, να είναι πιο δυνατό... εκεί στο βατήρα δώσε δύναμη… πρόσεξε, δεν κάνεις καλή στροφή και χάνεις χρόνο...
- Πόσο χρόνο πιάνει; ο πατέρας κοντά στον Γιάννη στη προπόνηση.
- Πιάνει πολύ καλό χρόνο. Μπήκε με άλλα τέσσερα παιδιά στην προεθνική. Κι έγινε η ελπίδα της χώρας μας.
- Είναι ακόμα μικρός, αλλά στους επόμενους Ολυμπιακούς - όχι σ' αυτούς που θα γίνουν τώρα
- Θα είναι έτοιμος, είπανε στον πατέρα οι προπο­νητές που τον καμάρωναν και τον φρόντιζαν σαν κόρη οφθαλμού.
- Στους επόμενους Ολυμπιακούς - όχι σ' αυτούς που θα γίνουν τώρα - θα είναι έτοιμος, έτσι ακρι­βώς το είπε κι ο πατέρας στη μάνα,
- Κάθε τέσσερα χρόνια γίνονται Ολυμπιακοί; Εγώ μια ζωή αγωνίζομαι, κάθε ώρα αγώνες, τι λέω  κάθε ώρα, πιο συχνά.
Μπόλι, η κουβέντα της μάνας να μπολιάσει το παιδί της, τον άντρα της, μα μπόλι που πήγαινε στράφι.
Μπροστά, όραμα μέγα και μοναδικό, οι Ολυμπιακοί  της κάθε τετραετίας,
Δεν ήταν πλούσιοι, αλλά είχαν τον τρόπο τους. Έτσι κανόνισε ο πατέρας με ένα γραφείο ταξιδιών - βοήθησαν και οι παράγοντες να βρεθούν μισοτι­μής εισιτήρια - και ξεκίνησαν για τη Ρώμη. Γιατί οι Ολυμπιακοί αγώνες, οι αγώνες του 1960 γίνηκαν στη Ρώμη.
- Μόνο που θα πάρεις τη μυρωδιά των αγώνων... μόνο που θα... το αθλητικό πνεύμα θα δεις είναι το παν…  Βλέπεις τα πρώτα ονόματα της γης να αγωνίζονται... μαθαίνεις από τα λάθη τους... γνωρί­ζεις την ταχτική τους, παίρνεις την πρώτη κρυάδα... πώς να σου πω, αποχτάς έναν αέρα... κατάλα­βες;
Ο Γιάννης ρουφούσε τα λόγια του πατέρα. Πολύ πριν από τις 28 Αυγούστου που θα άρχιζαν οι αγώνες, είχαν ξεκινήσει για τη μυθική Ρώμη. Εκεί που αντάμωναν τους ημίθεους-αθλητές. Ήταν ένα αρχιτεκτονικό θαύμα το Στάδιο Μόντε Μάρκο. Τους θάμπωσε η μεγάλη, η ατέλειωτη. νόμιζες, λεωφόρος που ένωνε το Παλάτσο Ντέλλο Σπορ με το άλλο Στάδιο για το μπάσκετ και το βόλευ. Μα ναι. ειδικό στάδιο ποδηλασίας, άλλο -πώς το είπανε Ντέι Μάρμι; - εκείνο που είναι καταστόλιστο από τεράστια αγάλματα! Μαγεία! Πέρασαν από τη σήραγγα που το ένωνε με το Ολυμπιακό Στάδιο, τρέχοντας, ίδια παιδιά. Τα πόδια τους είχαν φουσκαλιάσει, η ζέστη να πεθαίνεις, μα αυτοί λιμασμένοι να βλέπουν, στιγμή δεν έκατσαν. Έμεναν σ' ένα δωμάτιο, στη βόρεια πόλη. Έμεναν;
Η σπιτονοικοκυρά δε σκόνταψε απάνω τους, αξη­μέρωτα έφευγαν, νύχτα αργά γύριζαν να τσιτώ­σουν το κορμί τους σε ένα κρεβάτι, σκοτωμένοι από την κούραση αύριο να ξαναξεκινήσουν. Αλλά και στον ύπνο τους δεν ξεκουράζονταν, έτρεχαν μαζί με τη φλόγα, στον ύπνο τους. Γίνηκαν στα ταραγμένα όνειρα τους σκυταλοδρόμοι κι αυτοί, πήραν τη φλόγα από την Ολυμπία, φτάσα­νε λαχανιασμένοι στον Πειραιά, μπήκαν στο ιστιο­φόρο του Ιταλικού στόλου, βγήκαν στις Συρακούσες κι από κει, με τους Ιταλούς δρομείς, περνώντας από πόλεις και χωριά της Κάτω Ιταλίας, έφεραν την ιερή φλόγα στη Ρώμη. Ξυπνούσαν κι οι δυο εξαντλημένοι, πιότερο ο Γιάννης, παιδί πράμα για να ξεκινήσουν, όχι στο όνειρο πια, να δουν τη Ρώμη. Φόβος να χαθούν δεν υπήρχε. Μέσα σε μια πόλη όλο σημαίες και λουλούδια, η κίτρινη οδοσήμανση. που καθοδηγούσε τους επισκέπτες της γης, ήταν τέλεια.
Μπορεί να μην έμεναν στο Ολυμπιακό χωριό, την καινουριοχτισμένη συνοικία με τα μαγέματα της, το ταχυδρομείο, την τράπεζα - αλλά εκεί ήταν το στέκι τους.
- Αθλητές από 84 κράτη είναι εδώ. 4.733 αθλητές και 610 αθλήτριες, με δίκαιη περηφάνια λέγαν οι Ιταλοί.
- Προσοχή, παιδιά, στα φαγητά! είναι τόσο νόστιμα που θα παχύνετε! οι προπονητές όλων των ομά­δων ούρλιαζαν. Ποιος όμως μπορεί να αντισταθεί;
- Εσύ!  ο πατέρας δε χωράτευε, μετρούσε τις μπουκιές του γιου του.
- Έχω ακόμα καιρό, τολμούσε να πει ο Γιάννης, μα η μακαρονάδα είχε φύγει από μπροστά του.
- Ο Ολυμπιονίκης δε γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Ποτέ δεν έχει καιρό.  Χαλά η φόρμα του, εξηγούσε ο πατέρας κι ο Γιάννης καταλάβαινε. Οι τριώροφες κατοικίες του Ολυμπιακού χωριού συνδέονταν με το Στάδιο με μια νέα μεγάλη γέφυρα, στον Τίβερη.


Χάζεψαν στο ποτάμι, πήγαν στις κατακόμβες, στο Κολοσσαίο, εκεί που άλλοι αθλητές άθλησαν...
Η πλατεία του Αγίου Πέτρου ήταν κατάμεστη. Οι αθλητές δέχτηκαν τις ευλογίες του Πάπα Ιωάννη. Μπερδεμένοι στο πλήθος που μιλούσε όλες περίπου τις γλώσσες της Γης, ένιωσαν τον παλμό των άγνωστων κι ήταν ο ίδιος ο δικός τους παλμός... Οι αγώνες μεταδίδονταν σε όλον τον κόσμο για πρώτη φορά με το δορυφορικό σταθμό τηλεόρα­σης, Οι ηλεκτρονικοί πίνακες έδειχναν τα αποτελέ­σματα, τα ρεκόρ.
Στο συγκρότημα Φόρρο Ιταλικό ήταν εκείνο το κολυμβητήριο που σε τέτοιο ονειρευόταν ο Γιάννης να αγωνιστεί.
- Σκέψου πως θα έρθει στιγμή που κι εσύ θα είσαι όχι μονάχα ανάμεσα σ' αυτούς, αλλά ο Ένας... Στ' αλήθεια, ο πατέρας ήταν βουρκωμένος.
- Ο δεκοοχτάχρονος Τζων Κόραντς στα 1500 μέτρα έπιασε... δες χρόνο που έπιασε 17'. 19" 6. Ο δεκαοχτάχρονος!!! Κι οι δυο σκέφτονταν πως στους άλλους ολυμπιακούς ο Γιάννης δεν θα ήταν δεκάξι αλλά είκοσι... είκοσι... και Ολυμπιονίκης!!!
Είχε δίκιο ο πατέρας. Άλλον αέρα παίρνεις όταν δεις από κοντά τους ημίθεους. Οι Ολυμπιακοί άγωνες στο 1964 θα γίνονταν στο Τόκυο. Με καινούργιο κουράγιο, μετά τη Ρώμη. προπονιόταν σκληρά.
- Σε αυτούς θα πιάσουμε καλό χρόνο, θα βρεθούμε σε καλή σειρά. Και στους επόμενους θα έχου­με ελπίδες, έλεγαν οι προπονητές στον πατέρα κι αυτός έδιωχνε τη λέξη «ελπίδες», την αντικαταστούσε με τη λέξη «βεβαιότητα».
- Στους επόμενους Ολυμπιακούς έχουμε τη βεβαι­ότητα χρυσού, έλεγε στη μάνα. Αγωνίστηκε σκλη­ρά. Η πισίνα έγινε σπίτι του, η προπόνηση πια ζωή του, η μόνη ζωή που ζούσε. Κατάφερε να νικήσει τους άλλους, κι έτσι βρέθηκε να μπει στην Εθνική ομάδα. Στην ομάδα που ξεκί­νησε για το Τόκυο.
Δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως θα ήθελε να γίνει αθλητής άλλου αθλήματος. Στο νερό σεργιανούσε το Πνεύμα του Θεού, αυτό είχε μάθει. Για πρώτη φορά όμως τώρα ζήλεψε τους δρομείς, τους σκυταλοδρόμους. Αυτούς που πήραν την Ολυμπιακή φλόγα που έφτασε αεροπορικά από την Αθήνα στην Οκινάουα. Εκεί ανάφτηκαν τέσσερις πυρσοί και μεταφέρθηκαν αεροπορικώς σε τέσσερα σημεία της Ιαπωνίας. Από τα σημείο αυτά ξεκίνησαν τέσσερις διαδρομές που αγκάλιαζαν όλη τη  χώρα και που συναντήθηκαν στο Τόκυο. Ναί, ζήλεψε κι ήθελε να είναι ένας από τους 100.603 δρομείς που έτρεξαν στο ιαπωνικό έδαφος.
Το Τόκυο δεν το είδε. Στο Ολυμπιακό χωριό οι αθλητές μάζεψαν τις δυνάμεις τους για τους αγώ­νες.
Ο αέρας, λοιπόν, δεν παίρνεται, όσους αγώνες κι αν παρακολουθήσεις. Η καρδιά του τρεμούλιαζε, τα πόδια του σα να πατούσαν σε σεισμογενές έδαφος. Ο αυτοκράτορας κήρυξε την έναρξη των αγώνων και χιλιάδες πολύχρωμα μπαλόνια σκέπα­σαν τον ουρανό, χιλιάδες περιστέρια πέταξαν λευ­τερωμένα. πέντε αεριωθούμενα έγραψαν στον ουρανό χρωματισμούς, τους πέντε Ολυμπιακούς κύκλους.
Ήταν στην τελευταία σειρά της Ελληνικής ομάδας, που πρώτη παρήλασε μπρος στον αυτοκράτορα. Όταν το στάδιο σηκώθηκε όρθιο να τους χειροκροτήσει έξαλλο, έχασε το βηματισμό του. Φοβόταν μη φανούν τα δάκρυα του, και τα δει εκεί στην Ελλάδα ο πατέρας. Αγωνίστηκε στα 100 μέτρα από το κάθε στυλ. Ήρθε στην πρώτη εικοσάδα. Στα 400 υπτίως ανδρών έπιασε έναν εκπληκτικό χρόνο. Ήρθε δέκατος πέμπτος!
Τα μετάλλια δίνονταν, στο βάθρα ανέβαιναν οι νικη­τές, οι σημαίες των νικητών ανέμιζαν, οι Εθνικοί Ύμνοι αυτών που κέρδισαν παίζονταν θριαμβευτικά από μπάντες.
- Στους επόμενους Ολυμπιακούς θα είσαι πια έτοι­μος, θα διεκδικήσει η χώρα μας ένα μετάλλιο. Αυτό είναι σίγουρο, του είπε ευτυχισμένος ο προπονητής και τον τύλιξε σα να ήταν μωρό με μια πετσέτα.
Στους επόμενους... σίγουρα! Μετά τους πρώτους πανηγυρισμούς - πρώτη φορά ελληνική ομάδα είχε πιάσει τόσο καλή σειρά - ξαναστρώθηκε στη δουλειά. Τα τέσσερα χρόνια, νερά και τρέχει και φτά­νουν οι άλλοι Ολυμπιακοί.
Δουλειά- Δουλειά  στους επόμενους Ολυμπιακούς σίγουρα ένα μετάλλιο... και το χρυσό, γιατί όχι, μας περιμένει.
Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός.
- Το Μεξικό; Διάλεξαν το Μεξικό;
- Γιατί όχι; ρώτησε η μάνα που δεν ήξερε.
- Μα η πόλη του Μεξικού έχει υψόμετρο 2.240 μέτρα. Δε θα αποδώσουν οι αθλητές! Δε γίνονται με ίσους όρους οι αγώνες για όλους τους λαούς!
Αλλά όλος ο αθλητικός κόσμος της γης είχε τις ίδιες αντιρρήσεις.
- Θα πάνε. λέει, τρεις βδομάδες πριν από την έναρξη οι αθλητές, για να προσαρμοστούν, με έξοδα του Μεξικού. Και λοιπόν; Λεφτά ψάχνουμε να βρούμε ή μετάλλια; Έτσι κύριοι, προσαρμόζονται οι αθλητές; Θηρίο ο πατέρας, κι ο Γιάννης είχε κλονιστεί, θα τα κατάφερνε;
- Είσαι σε εκπληκτική φόρμα, μη φοβάσαι τίποτα και κανέναν, τον ενθάρρυνε ο προπονητής του, κι έλεγε την αλήθεια; Ήταν σε εκπληκτική φόρμα. Το μούδιασμα στο δεξί του πόδι, το ένιωσε μετά την προπόνηση. Δεν είπε τίποτα σε κανένα, γιατί απλά δεν ανησύχησε. Το πρωί όμως, όταν δεν μπορούσε ούτε καν να μετακινήσει και τα δυο του πόδια, πανικοβλήθηκε. Κι άρχισαν οι εξετάσεις. Μπήκε μετά σε νοσοκομείο.
- Ιός άγνωστος, κατέληξαν οι γιατροί, θα κάνουμε πειραματική αγωγή. Που απέδωσε.
- Η αρρώστια νικήθηκε. Το νοσοκομείο δεν έχει να του προσφέρει πια τίποτα.  Τώρα πια ο χρόνος... οι γιατροί, έτσι τελείωσαν.
Τη φαρμακευτική αγωγή θα την ακολουθούσαν στο σπίτι. Ο χρόνος... ο μόνος σύμμαχος. Ο χρόνος που έτρεχε σαν τρελός. Και τον Οκτώβρη γίνονταν οι Ολυμπιακοί. Και ήταν πια Ιούνιος! Του πήραν μια αναπηρική πολυθρόνα. Και την τσου­λούσε αμίλητος στο σπίτι. Κουβέντα δε σταύρωσε με κανέναν. Άλλωστε δεν είχε και τίποτα να πει με κανέναν. Δεν ήξερε τίποτα άλλο από κολύμπι και αγώνες. Τα παιδιά της ομάδας σιγά-σιγά ξέκο­βαν, έρχονταν αραιά και πού, ώσπου σταμάτησαν να έρχονται. Το ίδιο και οι προπονητές της ομά­δας. Σωστά, δεν είχανε χρόνο. Προπονιούνταν σκληρά, πού καιρός για βίζιτες! τους καταλάβαινε.


Αλλά αυτό δε του έβγαζε τη πίκρα από την καρ­διά. Τι πίκρα; Φαρμακερό αγκάθι τσίμπαγε την καρδιά, έβγαζε αίμα η καρδιά και το αίμα να είναι πιο φαρμακερό από το φαρμάκι.
Ραδιόφωνο υπήρχε στο σπίτι, δεν το είχε βάλει ποτέ παρά μονάχα όταν είχε αθλητικά, κι όταν βέβαια ήταν στο σπίτι. Τώρα, το άνοιγε η μάνα, όχι αυτός, θαρρείς και η παράλυση δεν ήταν μονάχα στα πόδια, αλλά είχε προχωρήσει στα χέρια, στο μυαλό, προπαντός στο μυαλό.
Και το φαγητό αρνιόταν να το δεχτεί το στομάχι του. τον τάιζε η μάνα, έκλαιγε η καρδιά της, μα το χαμόγελο εκεί κρεμασμένο στα χείλια της μόνιμα. Ο πατέρας αγρίευε.
- Θα καταντήσουμε να σου λέμε παραμύθια, σα μωρό, να ξεγελαστείς να φας. Και να ήθελε όμως να πει παραμύθι, δεν ήξερε, γιατί μόνο παραμύθι ο χωριάτης ο Μαρουσιώτης, Σπύρος Λούης... θυμάσαι;
Ο πατέρας νωρίς μαζευόταν στο σπίτι, έφερνε τις εφημερίδες και διάβαζε φωναχτά μπας και ξεχα­στεί η συμφορά για λίγο. Μπας και πάει σε άλλα το μυαλό. Να βλέπεις κοτζάμ παλικάρι στην ανα­πηρική, κυπαρίσσι να βλέπεις ξεριζωμένοι. Του δώσανε βιβλία. Διάβασε, μα αμάθητο το μυαλό, το μάτι, κουράστηκε, τα παράτησε.
- Γιατρέ, τι θα γίνει;
- Ο χρόνος... δεν έχει πια τίποτε οργανικό, Μόνος  του πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα. είναι δικό του θέμα. Πρέπει να θελήσει να περπατήσει. Πρέπει να αγωνιστεί να κάνει το πρώτο βήμα. Να θελήσει ο ίδιος.  Τους Ολυμπιακούς τους είδε από την τηλεόραση. Το Ολυμπιακό κολυμβητήριο ήταν ένα ολό­κληρο συγκρότημα με πισίνα 50 μέτρα και είχε θέσεις για 10.000 θεατές.
Είδανε τη νυχτερινή γιορτή την παραμονή της έναρξης στις Αρχαίες Πυραμίδες, ήταν μια σύνθεση αρχαίας τελετουργίας και σύγχρονης χορογραφίας. Μετά την νυχτερινή τελετή, δρομείς μετέφεραν τη φλόγα στη πόλη του Μεξικού. Έβλεπε χωρίς ανάσα στην τηλεόραση όλο αυτό το όνειρο. Διάβαζε στην εφημερίδα την πορεία αυτής της φλόγας και το βράδυ, όταν τον ξάπλωσαν στο κρεβάτι και νόμιζαν πως κοιμάται, αυτός, μαζί τους 2.778 λαμπαδηδρόμους, ταξίδευε. Έφερε την ιερή φλόγα από την Ολυμπία στον Πειραιά, μπήκε στο ελληνικά καταδρομικό «Ναυαρίνο», μεταφέρθηκε στη Γένοβα της Ιταλίας που γεννήθηκε ο Χριστόφορος Κολόμβος, ήταν στη γιορτή που έγινε στη Βαρκελώνη, Μαδρίτη μετά,  μπερδεύτηκε με τους Ισπανούς που την μετέφεραν στο Πόρτο Πάλος, στο σημείο απ' όπου ξεκίνησε ο Κολόμβος για να ανακαλύψει την Αμερική.  Ο Κολόμβος, η φλόγα κι αυτός. Μπήκε στην ισπανική κορβέτα κι έφτασε επιτέλους στη Βερακρούζ. Πενήντα μέρες έκανε η φλόγα να φτάσει στο Μεξικό, αυτή τη διαδρομή την έκανε κάθε βράδυ  κάθε βράδυ... κάθε βράδυ και το πρωί ξυπνούσε κατάκοπος.
- Άκου, λεβέντη, κι αρκετά κανακεύτηκες. Πάλεψε όπως τότε που ήσουνα αθλητής. Πάλεψε τώρα τον εαυτό σου. Πιο εύκολο ήταν να νικήσεις όλους εκείνους, το πιο δύσκολο, τον εαυτό σου. Άντε. αθλητή του γλυκού νερού! η μάνα ήταν ώρες που αγρίευε. Την άκουγε, έκλαιγε κρυφά, τα δάκρυα του ήταν λύσσας δάκρυα. Λύσσας και μίσους. Ο χρόνος, ο μόνος γιατρός...
Κι ο χρόνος κυλούσε, κι οι ρόδες από το αναπηρι­κό είχαν χαράξει γραμμές στα πατώματα. Γραμμές και στις καρδιές.
Μπήκε ο καινούργιος χρόνος - 1969 -, η Άνοιξη ήρθε κι έφυγε, το καλοκαίρι έφτασε. Ιούλιος μήνας, ο ύπνος λιγοστός, η τηλεόραση παρέα. Η μόνη... Πώς έρχεται ένας σίφουνας και αρπάζει νερό από τη θάλασσα και σβήνει ο ορίζο­ντας και όλα γύρω; Πώς φτάνει κάτι μεγάλο, τόσο μεγάλο που το καθημερινό φαίνεται ασήμαντο;
Πώς γίνεται και ξεχάστηκε η αναπηρία, το καρο­τσάκι, η μοναξιά.
Πώς γίνεται; Ο άνθρωπος είχε ξεκινήσει. Ώρα του καλή. Θα ‘ναι όμως καλή;
- Απόψε θα μας δείξει η τηλεόραση τους ανθρώ­πους που φθάνουν στο φεγγάρι. Θα  φθάσουν άραγε; ο πατέρας είχε λαχτάρα.
- Θα φτάσουν, ήρεμα βεβαίωσε η μητέρα. Ο άνθρωπος σαν αγωνίζεται, σαν  δε το βάζει κάτω, φτάνει στο φεγγάρι κι ακόμα πιο πέρα. Στάθηκαν μπροστά στο γυαλί. Κοντά κοντά στο γυαλί ο πατέρας κι η μάνα, μη χάσουν κάτι, μη και δε δουν. Ήταν τέσσερεις περίπου το πρωί όταν φάνηκαν. Άνοιξαν την πόρτα του διαστημόπλοιου. Με τις στολές, τις συσκευές, να ‘τοι! Κι ακούστηκε μια φωνή από το διαστημόπλοιο: «Εν αρχή εποίησεν ο θεός τον ουρανόν και την γην...». Από τη μάσκα φάνηκαν τα μάτια του ανθρώπου. Ζεστά, φοβισμένα, μα αποφασιστικά. Κατέβασαν μια σκάλα,
Ο ένας κοίταξε απάνω, δεξιά, αριστερά και άρχισε να κατεβαίνει, σκαλί, σκαλί, σκαλί και αιωνιότητα. Έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Στάθηκε.  Στα  μάτια του φάνηκε καθαρό ο δισταγμός κι ο φόβος. Τον έβλεπαν και η ανάσα είχε κοπεί, όπως κι όλης της ανθρωπότητας.
- Θα τα καταφέρει; ο πατέρας.
- Θα τα καταφέρει; η μάνα.
- Έλα, μπορείς, πάτησε, έλα, ο Γιάννης είχε σφίξει τα χέρια της αναπηρικής πολυθρόνας του, να τα   σπάσει κόντεψε.
- Έλα. μπορείς, ξανάπε και, ασυναίσθητα, για να δώσει θάρρος στον Οδυσσέα του ουρανού, σηκώ­θηκε χωρίς να το καταλάβει.
- Έλα, μπορείς, έσφιξε τα δόντια με πείσμα ο Γιάννης κι έκανε ένα βήμα... κι άλλο βήμα... κι άλλο βήμα... μικρά βήματα αβέβαια, μα βήματα,
- Ένα μικρό βήμα του ανθρώπου, ένα τεράστιο βήμα για την ανθρωπότητα είπε ο εκφωνητής κι ο Γιάννης έκανε βήματα... βήματα.,, βήματα, το καροτσάκι τσούλησε προς τα πίσω, άχρηστο πια  κι ο Γιάννης έκανε βήματα... βήματα... Ο άνθρωπος-αθλητής, είχε νικήσει.




Δεν υπάρχουν σχόλια: