Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Αγάπα και προστάτευε τη φύση

της Γαλάτεια Γρηγοριάδου
Τώρα που ο καιρός ζέστανε τα παιδιά δεν έχουν πολύ κέφι. Ακόμα και ο Μαύρος, ο σκύλος τριγυρίζει τεμπέλικα στον κήπο. Κουράγιο παιδιά, λέει ο πατέρας και κοιτάζει τρυφερά τη μητέρα. Είναι κι αυτή κουρα­σμένη. θα πάρουν άδεια μαζί ο πατέρας και η μητέρα, θα πάνε όλοι κάτω στο νησί. θα κο­λυμπήσουν. 8α ψαρέψουν. θα σκαρφαλώσουν στο βουνό, θα ...
- Αλήθεια, πάμε για μπάνιο την Κυριακή. προτείνει ο Γιώργης.
Ξεσηκώνονται τα παιδιά. Αποφασίστηκε το πρώτο μπάνιο!
Έτσι έγινε και ξεκίνησαν... Φτάσανε στη παραλία. Ακόμα δεν είχε πολύ κόσμο στην ακρογιαλιά. Ψαράδες ρεμπάτευαν τα δίχτυα εκεί παρακάτω.
Κανείς δεν είχε την υπομονή να λιαστεί. Μό­λις τα παιδιά είδαν τη θάλασσα, έτρεξαν και βούτηξαν.
- Μπρρ, κρύα είναι η θάλασσα.  Μούδιασε η Όλγα κι έκανε γρήγορες κινήσεις στο νερό, να ζεσταθεί.
 - Βγείτε παιδιά γρήγορα! Είναι βρώμικη! ξεφώνισε ο Αλέξανδρος.
- Βγήκαν όλοι τρέχοντος απ' τη θάλασσα. Είχανε γεμίσει πίσσες.
- Κρίμα στο όνειρο για μπάνιο! Απογοητεύ­τηκε ο Λευτέρης.
- Η θάλασσα μια φορά δε φταίει! του είπε ένας απ' τους ψαράδες. Οι άνθρωποι τη λέρω­σαν, πρόσθεσε, κι ήταν πραγματικά θυμωμένος .
- Εγώ, έκανα μπάνιο χτες βράδυ και πλύθηκα καλά καλά, πήγε να εξηγήσει ο Λευτέρης. Γέλασε ο ψαράς μα τα μάτια του ήταν τώρα λυ­πημένα.
- Ποιος να μας το ‘λεγε ποτέ πως οι άνθρωποι θα βρώμιζαν τη θάλασσα κι έτσι θα στέ­ρευε η θάλασσα από ψάρια! Όλο απορία ο ψα­ράς έκανε το σταυρό του.
Ο Λευτέρης όμως δεν είχε κέφι για κουβέντα. Έτρεξε να παίξει μπάλα. Τότε ήταν που είδε το αυτοκίνητο. Πήγαινε σιγά-σιγά. Μια οικογέ­νεια μιλούσε, γελούσε, πειραζόταν καθώς ήταν στριμωγμένη στο... κινούμενο. Ο πατέρας έπι­νε πορτοκαλάδα από ένα πλαστικό μπουκάλι. Όταν τελείωσε, έδωσε μια και πέταξε από το ανοιχτό παράθυρο έξω, το άδειο μπουκάλι. Ο πιτσιρικάς που καθόταν πίσω, μόλις τελείω­σε τα πατατάκια που είχε το πλαστικό σακούλι το πέταξε κι αυτό απ' το δικό του ανοιχτό παράθυρο.
Ο Λευτέρης έκανε ένα βήμα μπροστά. Ήθελε να μπήξει τις φωνές: «Κύριε, δε Βλέπετε που ε­δώ έγινε σκουπιδότοπος; Αν ο καθένας που έρχεται στην ακρογιαλιά, πετούσε για... ανά­μνηση ένα μπουκάλι, ένα κονσερβοκούτι, ένα... είναι σωστό αυτό;
Δεν έβγαλε όμως μιλιά ο Λευτέρης. Φοβήθηκε  πως είναι μικρός, φοβήθηκε μη του πού­νε «και τι σε νοιάζει εσένα;» θύμωσε ο Λευτέρης με τον εαυτό του, θύμωσε με τη δειλία του. Άλλη φορά - το αποφάσισε - θα αγωνιζότανε για τις καθαρές αμμουδιές κι ας έτρωγε και ξύλο!
Πήγε με απόφαση κοντά στα αδέρφια του.
- Βρώμικη είναι η παραλία, είπε. Την καθαρίζουμε;
Τον κοίταξαν εκείνα παραξενεμένα. Σταμάτησαν το παιχνίδι. Είδανε τα αποφάγια, τα χαρτιά τις νάιλον σακούλες που ήταν πεταμένες εδώ κι εκεί.
- Σύμφωνοι! αποφάσισαν. Η επιχείρηση «καθαριότητα της ακρογιαλιάς» αρχίζει. Όλοι πέσανε με τα μούτρα στη δουλειά. Η Χριστίνα ήταν που είδε την πεσμένη πινακί­δα.
- Ελατέ, παιδιά, να την στερεώσουμε γερά, είπε. Την στερέωσαν. Η πινακίδα έγραψε;
«Αγάπα και  προστάτευε την φύση που είναι ΖΩΗ»

Δεν υπάρχουν σχόλια: