Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Ο καντηλανάφτης του ουρανού



 του Ιωάννη Ψυχάρη
Μια φορά κι' έναν καιρό, ήταν ένα καλό αγοράκι, πού ήτανε πολύ δυστυχισμένο. Να, όλο πεινούσε κι όλο κρύωνε. Οι  γονιοί του δεν το αγαπούσανε και ποτέ τους δεν του λέγανε κανένα λόγο γλυκό. Ψυχή δε φρόντιζε για τ' αγοράκι, για το τι έκανε, μήτε για το τι σκεψούλες του περνούσανε από το μυαλουδάκι του. Συχνά το μαλώνανε, άδικα κι' αυτό πονούσε κι' απορούσε.
Η  οχτωχρονιάτικη καρδούλα του, πάντα σα στενοχωρημένη, δίχως να ξέρει γιατί, παρηγοριά μάλιστα καμιά δεν είχε το καημένο, επειδή δεν μπορούσε κάνε να πάει ο νους του στα μελλούμενα, σαν παιδάκι ανήξερο που ήτανε. Υπάρχουνε πολλά παιδιά σαν το δικό μας, που είναι σαν το δικό μας αξιολύπητα. Μα του δικό μας του έτυχε κάτι πού, πρέπει να το ‘μολογήσουμε, συχνά δεν τυχαίνει. Τ' όνομα του Καίσαρας.
Μια μέρα, προς το δείλι, πού ξεψυχούσε ο ήλιος. χινοπωριανός, ο Καίσαρας κάθισε μια στιγμή στα σκαλοπάτια της εξώπορτας του σπιτιού του. Οι γονιοί του - αχ! δεν ήθελα να πω και η μάνα του- τον είχανε διώξει από μέσα. Ό Καίσαρας το βρήκε πολύ άδικο κι έκλαιγε η ψυχίτσα του η τσαλαπατημένη που δεν μπορούσε ν' αντέξει σε τόσους παιδιακίσιους καημούς.
Ήρθε άξαφνα ένας άνθρωπος και κάθισε αντίκρυ του λαμπροντυμένος, ματάκια μου, όμορφος - όμορφος. Νόμισε ό Καίσαρας πώς έβλεπε άγγελο. Εμείς πάλι, αν κρίνουμε από όσα έκαμε κατόπι, θαρρούμε πώς ήτανε κανένας αγαθός γέρος, πού μπορούσε πολλά.
Μεγάλη εντύπωση έδωσε του Καίσαρα ένα μακρύ-μακρύ ραβδί πού κρατούσε, και που στην άκρη του, εκεί απάνω-απάνω, ίσια με τ' αστέρια, είχε κόκκινο φαναράκι. Το φαναράκι λες κι άγγιζε τον ουρανό. Παρατήρησε ακόμη τα μάτια του αγαθού γέρου, που το φως του έλαμπε και ζέσταινε συνάμα.
- Παιδάκι μου, του λέει. φαίνεσαι δυστυχισμένο και σε βλέπω πού κλαις. Ωστόσο το ξέρω, Καισαράκι μου, πως είσαι καλό και καλοσυνείδητο παιδί. Πολύ σε λυπούμαι κι όμως δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Ρούχα να σου δώσω δεν έχω. Αδύνατο κιόλας να σε πάρω μαζί μου, μακριά  από τους κακούς σου τους γονιούς, θα το καταλάβεις αμέσως, γιατί δεν αδειάζω. Εγώ είμαι ό καντηλανάφτης τ' ουρανού. Τους ήλιους όλους, επειδή δεν υπάρχει μονάχα ο δικός μας. εγώ τους ανάφτω. Εγώ, κάθε βράδυ τρέχω δώθε κείθε στους ουρανούς, για να λάμπουνε τ' αστέρια και το πρωί, δεν το φαντάζεσαι τι δουλειά έχω με τον ήλιο μας, ώσπου να τον ανάψω. Βέβαια πως είν' ωραίο το επάγγελμα μου. Μα συχνά κανείς αγναντεύει πράματα λυπητερά, επειδή εννοείς πώς περπατώ στους διάφορους πλανήτες μέσα, όταν είναι αναμμένοι, και σε όλους υπάρχουνε σαν και σένα δυστυχισμένοι.
- Αχ! καλέ μου κύριε καντηλανάφτη τ' ουρανού, πάρτε με, πάρτε με μαζί σας, ψιθύρισε το αγόρι, σα  να μιλούσε μέσα σε όνειρο.
- Δε γίνεται! του αποκρίνεται ο γέρος. Με τα χίλια τα τρεξίματα μου άνω κάτω, να πάρω μαζί και ένα παιδί! Αδύνατο! Καημένο, θα φοβόμουν μήπως και σ’  αφήσω άξαφνα σε καμιά γωνιά της απεραντοσύνης. Για να σε παρηγορήσω, θα σου κάνω ένα χάρισμα.  Μου τυχαίνει καπότες, ανάφτοντας τα αστέρια να σπάσω με το ραβδί μου κανένα κομματάκι από τους  αρίφνητους, αξεδιάκριτους ελάχιστους κόσμους που βρίσκονται ανάμεσά μας και των αστεριών, ανάμεσα των αστεριών και του απόμακρου μέρους όπου λάμπουνε οι συναστεριές. Είναι τόσοι κόσμοι εκεί πάνω. Δεν πειράζει σα σπάσω ένα δυο τιποτένιους. Κανένας κιόλας δεν το βλέπει. Τα κομματάκια όμως τα βάζω στην τσέπη μου μάνι μάνι και τα φυλάγω. Θα σου χαρίσω ένα.
Και λέγοντας τέτοια λόγια ό καντηλανάφτης τ' ουρανού δίνει στον Καίσαρα ένα κομματάκι , κρουσταλλένιο, πού έβγαζε ασυνήθιστο, αταίριαστο, ανείδωτο φως. Κι' ο καλός γέρος έγνεψε φιλικά του παιδιού, κι' απομακρύνθηκε με αρμονικό, ρυθμικό βήμα κι  αλαφρό. Έμνησκε σαστισμένο το παιδί στη θέση όπου τ' άφησε ο καντηλανάφτης τ' ουρανού. Τώρα όμως απέραντη, ουράνια χαρά του απογέμιζε την καρδιά του. Είχε βάλει στον κόρφο τον το κομματάκι το πολύτιμο. Μάνιζε πάντα ο άνεμος έξω και φυσούσε μέσα στα τρυπημένα, στα κουρελιασμένα του τα ρούχα. Το σπίτι πάντα σφαλιστό. Μαύρη πάντα η νύχτα ολόγυρα του. Μα του φαινόταν πώς μονομιάς μεγάλωνε. μεγάλωνε το μυαλό του, πώς μέσα τρέχανε, πηδούσανε Ιδέες σαν τα κοτόπουλα στην αυλίτσα. Και κατάλαβε. Κατάλαβε κι' ένιωσε αμέσως πως ήταν ευτυχισμένος- Κατάλαβε πως είναι η ζωή μακρινή. Πως ο κόσμος καλός είναι όσο και κακός. Πως οι καημοί του θα ‘χουνε κι' ένα τέλος. Κατάλαβε ακόμα πιο πολύ πως, σαν ήλιος καινούριος, στα σωθικά του ανάτελλε ψυχή που δεν τη γνώριζε ως τα τότες, πως από δω κι' ομπρός θα πιάσει όλα όλα να τα αγαπά, όλα θα θέλει να τα φιλήσει, από το λούλουδο του κάμπου ίσια με τα θάματα τ' ουρανού. Είχε πια στα στήθια του τον εσώψυχο τον ήλιο, το μεγαλύτερο τ' αγαθό πού μπορεί ο άνθρωπος να πάρει από το μυστικό χέρι της Μοίρας. Και τότες ο μικρός ο Καίσαρας έγινε κατόπι μεγάλος ποιητής.
ΕΠΙΜΈΛΕΙΑ ΦΙΛΟΜΗΛΑ ΒΑΚΑΛΗ
Ιωάννης Ψυχάρης
Γεννήθηκε στην όμορφη Χίο το 1854. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης στη Φιλοσοφική Σχολή, αρχαία Ελληνική, Λατινική και Γαλλική Φιλολογία. Ειδικεύτηκε στη Νεοελληνική Φιλολογία και στη Γλωσσολογία. Υπέρμαχος της δημοτικής γλώσσας αγωνίστηκε 40 χρόνια για την καθιέρωση της.
Εκτός από μελέτες γλωσσικές, έγραψε ποιήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Πέθανε σε ηλικία 75 ετών. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο εξωτερικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: