Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Επίσκεψη στο κοτέτσι

της Μαρίας Καζάντη

«Η γιαγιά μας η καλή έχει κότες στην αυλή, κότες και κοτόπουλα.» Και, πραγματικά, στην εποχή των γιαγιάδων μας, δεν υπήρχε οργανωμένο νοικοκυριό στην εξοχή χωρίς κοτέτσι στην αυλή του. Η «συγκατοίκηση» των ανθρώπων με τα πουλερικά ήταν αναγκαία, τότε που η ζωή   δεν ήταν τόσο βιομηχανοποιημένη.
 Όποιοι από μας έχουν ακόμη κοτέτσι στην αυλή τους  σίγουρα έχουν ξυπνήσει με το πρωινό «κικιρικου»   του πετεινού κι έχουν αισθανθεί τη ζεστασιά στα χέρια από το αβγό που μόλις γέννησε η κότα Οι Ερευνητές επισκέφτηκαν ένα κοτέτσι και μίλησαν μ' έναν κόκορα με ψηλό λειρί και με μια κότα παρδαλή.
Ο κύριος Αλέκτωρ
Καλοί μου κύριοι και κύριος, καλώς ορίσατε στο κοτέτσι μας! Είμαι ο κόκορας -με λένε και πετεινό- ο προστάτης και αφέντης του κοτετσιού, ο άξιος εκπρόσωπος μιας οικογένειας που αριθμεί είκοσι καλοθρεμμένες κι   ευγενικές κοτούλες, ξέρω ότι σας εντυπωσίασα με το παρουσιαστικό μου: με το κατακόκκινο λειρί μου, τα πολύχρωμα, λαμπερά φτερά της  ουράς μου, τη λυγερή και περήφανη κορμοστασιά μου.  Έχω, βλέπετε, ένδοξους προγόνους. Μάλιστα, στην αρχαιότητα, οι Πέρσες τους θεωρούσαν ιερά πτηνά που έδιωχναν τα κακά πνεύματα, ανήγγελλαν το πρωινό, συμβόλιζαν τον ήλιο. Όταν μας  γνώρισαν -από τους Πέρσες- οι αρχαίοι Έλληνες, μας τίμησαν όπως  έπρεπε.  Γίναμε σύμβολο της θέας Αθηνάς στην ασπίδα της και στους παναθηναϊκούς αμφορείς,  χρησιμοποιηθήκαμε στη μαντική τέχνη, και μας συσχέτισαν με τους θεούς Άρη και Ερμή και με τον ήρωα Ηρακλή.
Εγώ είμαι άξιος απόγονος τους. Το όνομα μου είναι Αλέκτωρ, όπως η αρχαία μου ονομασία, που σημαίνει υπερασπιστής και μαχητής. Πραγματικά, δεν ξέρω τι θα έκαναν οι κοτούλες μου χωρίς εμένα. Εγώ τις προσέχω και τις συμβουλεύω, εγώ απομακρύνω τους εχθρούς. Όταν αγριέψω και χτυπήσω στο χώμα τα σκληρά μου νύχια, σηκώνω τέτοια σκόνη που η γάτα της αυλής φοβάται και φεύγει μακριά. Και οι κότες, όμως, με εκτιμούν. Τις προάλλες, που νίκησα τον καυχησιάρη κόκορα της κυρα-Κατερίνας σε μια κοκορομαχία, μου 'δωσαν να φάω τους πιο θρεπτικούς σπόρους για να πάρω δυνάμεις.
Η κυρα-Μαρία, όμως, η αφεντικίνα μου που ήρθε και μας χώρισε από την
κοκορομαχία, μάλλον θύμωσε που ξεπουπουλιάστηκα. Την άκουσα που έλεγε δυνατά: «Αμ βέβαια, κοκορόμυαλος δεν είσαι;» Τι εννοούσε, άραγε; Ότι είμαι έξυπνος ή κουτός; Δε βαριέστε!
Εγώ ασχολούμαι με σημαντικές εργασίες έτσι κι αλλιώς! Μόνο το πρωινό μου καθήκον φτάνει! Και μη βλέπετε που εσείς οι άνθρωποι ανακαλύψατε τώρα τα ξυπνητήρια και τάχα δε μ’ έχετε ανάγκη! Σκεφτήκατε ποιος θα ξυπνούσε τον υπόλοιπο κόσμο την αυγή αν δεν υπήρχα εγώ και το  ­δυνατό μου «κικιρικου»;
Δεν είναι ώρα όμως για περιαυτολογίες. Έχω άλλωστε ραντεβού με το φίλο μου το σκύλο.
 Πρέπει να κουβεντιάσουμε για τη βελτίωση των μέτρων προστασίας της αυλής μας. Για τη ζωή  μας θα σας μιλήσει η κυρα-Παρδαλή, η κότα. Από μένα, γεια και χαρά σας!

Η κυρα - Παρδαλή
Το επίσημο όνομα μου είναι όρνιθα. Οι φίλοι μου με αποκαλούν απλώς κότα και τα παιδιά μου δίνουν συνήθως διάφορα ονόματα ανάλογο με το χρώμα  μου: Μαυρούλα, Καφετιά, Παρδάλω... Κατάγομαι από τις  όρνιθες της μακρινής Ινδίας και ανήκω στο είδος Gallus- Gallus. Κοντά σε σας, τους ανθρώπους, ζω τουλάχιστον 4.000 χρόνια. Με προσέχετε, αλλά κι εγώ σας το ανταποδίδω. Για παράδειγμα, σας λέω ότι τη χρονιά που πέρασε έδωσα στην κυρα-Ξένια (στην αυλή της ζω) 202 φρέσκο αβγά! Μάλλον έσπασα ρεκόρ, γιατί οι επιστήμονες λένε πως μία κότα γεννά κατά μέσο όρο 150 αβγά ετησίως. Η αλήθεια είναι πως, εδώ στην εξοχή, στον καθαρό αέρα, εγώ και οι άλλες 19 κότες της αυλής ζούμε πολύ υγιεινά. Η αυλή της κυρα-Ξένιας είναι μεγάλη και το κοτέτσι που μας έφτιαξε στην αριστερή γωνία πολύ άνετο. Το περιέφραξε με συρματόπλεγμα -μην μπει καμιά αλεπού- και μαστόρεψε ένα ξύλινο δωματιάκι για να κοιμόμαστε. Και από φαΐ άλλο τίποτα! Μπόλικα πίτουρα, σιταράκι, κριθαράκι, νόστιμες ρίζες, λαχταριστά σκουληκάκια, ό,τι ποθεί η ψυχή κάθε κότας. Άλλωστε, εδώ δεν έχουμε συγκεκριμένα γεύματα. Τρώμε όποτε θέλουμε (σχεδόν συνέχεια, δηλαδή), κοιμόμαστε... με τις κότες κι είμαστε όλες παχουλές και χαριτωμένες.
Τεμπελιάζουμε, λιαζόμαστε κουτσομπολεύουμε δεν ξεχνάμε όμως ποτέ το καθήκον μας. Να γεννάμε αβγά και να κλωσάμε μερικά για να βγουν τα παιδιά μας, τα κοτόπουλα.
Είκοσι μία ολόκληρες μέρες ζεσταίνουμε υπομονετικά με το σώμα και τα φτερό μας τ' αβγά, μέχρι που το κέλυφος τους σπάει και βγαίνουν τα παιδιά μας. Εμείς, οι κότες-μάνες, προσέχουμε τα παιδιά μας σαν τα μάτια μας. Φροντίζουμε να μεγαλώνουν σωστά κάτω από τις στοργικές φτερούγες μας κι αλίμονο στον εχθρό που θα τα πλησιάσει! Από ήσυχες και υπάκουες κοτούλες, γινόμαστε θεριά ανήμερο για να το υπερασπιστούμε! Ευτυχώς έχουμε και τον κόκορα να μας  προστατεύει. Παρόλο που είναι αυστηρός και καβγατζής. τον σεβόμαστε όλες, γιατί είναι έξυπνος και μορφωμένος. Να, προχτές μας έλεγε για μια ξαδέρφη του που ζει στην πόλη. Εκεί, λέει, δεν ζουν σε κοτέτσια αλλά σε ορνιθοτροφεία, κάτι μεγάλα κτήρια με πολλά κλουβιά. Ζουν μαζί, μπορεί και 1.000, ακόμη και 10.000 κότες! Και τρώνε, λέει, κάτι ζωικά άλευρα και ελαιώδεις καρπούς σόγιας για να κάνουν πιο πολλά αβγά και για να γίνεται πιο μαλακό το κρέας τους. Και παίρνουν και αντιβιοτικά, όπως οι άνθρωποι, για να μην αρρωσταίνουν! Άσε που τ' αβγά τους δεν τα κλωσούν οι ίδιες! Μπαίνουν, λέει, χιλιάδες αβγά σε ειδικά δωμάτια που θερμαίνονται με ηλεκτρισμό, τα εκκολαπτήρια. κι από κει βγαίνουν οι νεοσσοί, τα κλωσοπουλάκια. Ο κόκορας τα 'λεγε και θαύμαζε την πρόοδο και την τεχνολογία, αλλά εγώ νομίζω πως εμείς περνάμε καλύτερα εδώ στο κοτετσάκι μας. Αν καμιά φορά σας βγάλει ο δρόμος σας κατά δω, μη διστάσετε να μας επισκεφθείτε, σας φιλέψουμε και φρέσκα αβγουλάκια!
Παροιμίες αφιερωμένες εξαιρετικά στον κύριο Αλέκτορα και στην κυρα-Παρδαλή
45 Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση.
 Όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει.
     Βρήκαμε την κότα που κάνει  τα χρυσά αβγά.
Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες.
Φάε κότα το Γενάρη και πετεινό τον Αλωνάρη.
Η κότα όταν πίνει νερό κοιτάει και τον ουρανό.
Κοιμάται με τις κότες.
Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρών’ οι κότες.

Ο  κόκορας (Ζαχαρίας Παπαντωνίου)
Ένας κόκορας ολάσπρος
με ψηλό λειρί,
καμαρώνει και φουσκώνει
και λιλιά φορεί,
και θαρρεί πως το κοτέτσι
μόλις τον χωρεί.

Άμα βρει κανένα σπόρο
μέσα στην αυλή,
το κεφάλι του σηκώνει
και το διαλαλεί,
να το μάθουνε σε Δύση
και σ' Ανατολή!

Τη στιγμή, που σουλατσάρει
με το βήμ' αργό,
«δεν ξανάειδα, λεν οι κότες,
τέτοιο στρατηγό»!
Μα κι ο ίδιος συλλογιέται:
«Μωρέ τ' είμαι 'γώ!»

Ξάφνου βλέπει ένα γεράκι.
Αχ! την ώρα αυτή
το βαρύ περπάτημά του
έχει μπερδευτεί,
κι αστραπή μες στο κοτέτσι
τρέχει να κρυφτεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: