Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Η φάλαινα και ο οισοφάγος

Μία φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μέσα στη θάλασσα μια φάλαινα,  η οποία έτρωγε τα ψάρια. Έτρωγε το λαυράκι και το γαύρο, τον κέφαλο και το σκουμπρί, το χέλι με την ψαλιδωτή ουρά, την κόρη του κι όλο του το σόι. Όλα τα ψάρια που έβρισκε τα καταβρόχθιζε, μέχρι που στο τέλος δεν έμεινε παρά ένα μοναδικό ψαράκι σε ολόκληρη τη θάλασσα. Ήταν ένα παμπόνηρο ψαράκι που κολυμπούσε ακριβώς πίσω από το δεξί αφτί της φάλαινας. Τότε, η φάλαινα ορθώθηκε πάνω στην ουρά της και είπε:
«Πεινάω». Και το παμπόνηρο ψαράκι είπε με την εξίσου παμπόνηρη φωνούλα του:
«Ευγενέστατο και γενναίο κήτος, δοκίμασες ποτέ σου άνθρωπο;»
«Όχι», αποκρίθηκε η φάλαινα. «Με τι μοιάζει;»
«Είναι καλός», είπε το παμπόνηρο ψαράκι «Καλός, αλλά έχει κοκάλα».
«Βρες μου, λοιπόν, κάποιον», είπε η φάλαινα. Και γέμισε τη θάλασσα αφρούς ταρακουνώντας την με την ουρά της.
«Φτάνει ένας για ορεκτικό», είπε το παμπόνηρο ψαράκι. «Αν κολυμπήσεις ως 50ό βόρειο πλάτος και το 40ό δυτικό μήκος (αυτά είναι μαγικά, θα βρεις στη μέση του πελάγου, πάνω σε μια σχεδία, έναν καραβοκύρη ναυαγό, γυμνό από τη μέση και πάνω. Φοράει μάλλινο γαλάζιο παντελόνι με μπρετέλες και κρατάει το θαλασσομάχαιρό του». Σε προειδοποιώ ότι  πρόκειται για άνθρωπο πολυμήχανο και τετραπέρατο.
Έτσι, η φάλαινα  θάλασσα παίρνει, θάλασσα αφήνει, , φτάνει ως 50ό βόρειο πλάτος και το 40ό δυτικό μήκος  κι εκεί, σε μια σχεδία  στη μέση του πελάγου, γυμνό από τη μέση και πάνω  μόνο με το μάλλινο γαλάζιο παντελόνι του, τις μπρετέλες (να τις θυμάσαι τις μπρετέλες) και το θαλασσομάχαιρό του, βρίσκει έναν καραβοκύρη ναυαγό, μόνο και έρημο, να στρίβει τα δάχτυλο του ποδιού του μέσα στο αλμυρό νερό. (Του το είχε επιτρέψει η μαμά του, αλλιώς ποτέ δεν θα το είχε τολμήσει}.
Η φάλαινα ανοίγει, λοιπόν, ένα μεγάλο, μεγάλο στόμα, το άνοιγμα του οποίου παραλίγο να φτάσει ως την ουρά της, και καταπίνει τον καραβοκύρη ναυαγό μαζί με τη σχεδία του, το μάλλινο γαλάζιο παντελόνι του, τις μπρετελες (να τις θυμάσαι τις μπρετελες) και το θαλασσομάχαιρό του. Μόλις, όμως, ο καραβοκύρης, που ήταν άνθρωπος πολυμήχανος και τετραπέρατος, βρέθηκε στα ζεστά και σκοτεινά βάθη της κοιλιάς της, άρχισε να χορεύει, να πηδάει, να χτυπάει και να βροντάει, να γρατσουνάει, να γρονθοκοπάει, να σκαλίζει, να κόβει, να ξεσκίζει, να ξεφωνίζει και να τρίβεται στα πιο ευαίσθητα σημεία της οικοδέσποινας, τόσο που η φάλαινα άρχισε να νιώθει άσχημα. Ώσπου είπε στο παμπόνηρο ψαράκι:
«Αυτός ο άνθρωπος έχει πολλά κόκαλα. Τι να κάνω;»
«Πες του να βγει», είπε το παμπόνηρο ψαράκι.
Φώναξε, λοιπόν, η φάλαινα μέσα στα βάθη της για να την ακούσει
ο καραβοκύρης ναυαγός:
«Βγες και προσπάθησε να κρατηθείς καλά, γιατί έχω λόξιγκα». «Καλέ τι μας λες!» έκανε ο καραβοκύρης. «Όχι δα κι έτσι! Πήγαινε με πίσω στην πατρική μου γη, στους λευκούς βράχους της Αλβιόνας, και θα δούμε».
Και ξανάρχισε να χοροπηδάει πιο μανιασμένα από πριν. «Καλύτερα να τον πας πίσω στην πατρίδα του», είπε το παμπόνηρο ψαράκι στη φάλαινα. «Σε είχα προειδοποιήσει ότι πρόκειται για πολυμήχανο και τετραπέρατο άνθρωπο.
Έτσι, η φάλαινα θάλασσα παίρνει, θάλασσα αφήνει, όσο πιο, γρήγορα μπορεί, με τα πτερύγια και την ουρά της και παρά τον λόξιγκα της. Κάποτε, τέλος, διέκρινε την πατρική γη του καραβοκύρη και τους λευκούς βράχους της Αλβιόνας. Έριξε το μισό της σώμα πάνω στα χαλίκια της ακτής, άνοιξε το μεγάλο, μεγάλο στόμα της και είπε:«Όσοι είναι για Γουίντσεστερ, Άσουελοτ, Νάσουα, Κιν και όλες τις στάσεις της γραμμής του Φίτσμπουργκ, να περάσουν έξω!» Κι εκεί ακριβώς που έλεγε «Φιτσ...», ο καραβοκύρης βγήκε.
Όμως, στο διάστημα που η φάλαινα κολυμπούσε, ο καραβοκύρης, ο οποίος ήταν άνθρωπος πολυμήχανος και τετραπέρατος, είχε κόψει με το θαλασσομάχαιρό του τη σχεδία και είχε φτιάξει μια τετράγωνη σχάρα με σταυρωτά ξύλα, τα οποία είχε στερεώσει με τις μπρετέλες του. (Τώρα ξέρεις γιατί έπρεπε να θυμάσαι τις μπρετέλες!). Βγαίνοντας, είχε σύρει τη σχάρα ως την είσοδο του οισοφάγου της φάλαινας και τη σφήνωσε εκεί. Σου φαίνεται, βέβαια, απίστευτο. Όμως, κι ο καραβοκύρης μας ήταν Ιρλανδός από την Ιρλανδία!
Βγήκε, λοιπόν, στα βότσαλα με τα χέρια στις τσέπες και γύρισε στη μάνα του, η οποία του είχε επιτρέψει να στρίβει τα δάχτυλα του ποδιού του μέσα στο θαλασσινό νερό. Παντρεύτηκε και έκανε πολλά παιδιά. Το ίδιο και η φάλαινα.
Αλλά από κείνη τη μέρα, η σχάρα που έχει στον οισοφάγο της και που δεν μπόρεσε ποτέ της να  βγάλει με το βήξιμο ούτε και να την καταπιεί,  δεν την αφήνει να τρώει παρά τα μικρά, πολύ μικρά ψαράκια, κι αυτός είναι ο λόγος που οι φάλαινες  δεν τρώνε ανθρώπους, αγοράκια ή  κοριτσάκια.
Το παμπόνηρο ψαράκι πήγε και  κρύφτηκε σ' ένα βάζο, κάτω  από το σκαλοπάτι της Πύλης του Ισημερινού. Φοβόταν το θυμό της φάλαινας. Ο καραβοκύρης έφερε πίσω το μαχαίρι του στο σπίτι. Όταν πάτηοε τα βότσαλα της ακτής, φορούσε το μάλλινο γαλάζιο παντελόνι του και είχε τα χέρια στις τσέπες Όσο για τις μπρετέλες, τις είχε αφήσει,  βλέπεις, μέσα στο κήτος, αφού μ' αυτές είχε δέσει τη σχάρα. Αυτό είναι το τέλος της ιστορίας μας.
Από τις Απίθανος Ιστορίες  Ράντγιαρντ  Κίπλινγκ,
εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ» Διασκευή: Μαριάννα Κουτάλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: