Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

ΡΟΥΜΑΝΩ



 της Δέσποινας Στίκα

Μια φορά κι έναν καιρό στην πιο μοναχική γωνία του δάσους φύτρωσε η Ρουμανώ.
Το σόι της Ρουμανώ, όπως το λέει και τ' όνομα της, φυτρώνει στα ρουμάνια, στην πυκνή δασώδη βλάστηση, κι είναι πολλές μαζί σε κάθε γειτονιά, για να μπορούν να κουβεντιάζουν, να αστειεύονται και να περνούν ευχάριστα τον καιρό τους. Πώς το 'φερε έτσι η τύχη της Ρουμανώ, και βρέθηκε να βλασταίνει ολομόναχη, χωρίς κανένα από τα πράσινα χορτάρια δίπλα της. χωρίς καμιά αδελφούλα ή ξαδελφούλα της;

Η λεπτή αδύναμη φωνούλα της δεν μπορούσε να φτάσει ούτε στα απέναντι της ψηλά δέντρα του δάσους.
- Καλά δε με ακούει η γρια-βαλανιδιά μες στα γεράματα της και πάνω στο τρανό της ύψος, αλλά τι γίνεται με το πουρνάρι; την κουμαριά; το αγριοτριαντόφυλλο; Αυτά τουλάχιστον φαίνονται πιο νεότερα και πιο κοντά. Γιατί τάχα να μη μ' ακούνε;
Όταν σκεφτότανε το πόσο απέραντη είναι η μοναξιά της, ένιωθε να κυλούν μικρές σταγόνες δάκρυα απ’ τα μάτια της. Άλλα γυάλιζαν πάνω στο κιτρινωπό ανθάκι της κι άλλα πέφτανε χαμηλότερα, στην κόχη, που σχηματίζει ο μίσχος εκεί που ξεκινούν τα τρυφερά της φύλλα.
Η πρώτη πεταλούδα που την επισκέφτηκε, τα είδε και απόρησε:
- Νέκταρ ή πρωινή δροσιά είναι οι καταπληκτικές αυτές σταγόνες πάνω σου; τη ρώτησε.
- Ούτε το ένα μα ούτε και τ' άλλο, καλή μου φιλενάδα, της απάντησε με καημό η Ρουμανώ. Είναι τα δάκρυα της μοναξιάς μου. Δε βλέπεις που δεν υπάρχει τίποτα από λουλούδια κι άλλα πράσινα εδώ γύρω μου;
Ολόκληρος Αδάμ, όπως μου είπε η κουκουβάγια, στενοχωριόταν που ήτανε μόνος στον παράδεισο. Τι να πω εγώ, ένα τόσο δα λουλούδι δέκα πόντους ψηλό, στη μέση αυτού του τόπου:
- Έχεις δίκιο, είναι να ζεις μονάχη σου κι ας είσαι και λουλούδι, είπε η πονόψυχη πεταλούδα, και συνέχισε: Είναι, βλέπεις, που εσείς τα φυτά έχετε τις ρίζες σας στο χώμα και δεν μπορείτε να κουνηθείτε, ν’ αλλάξετε θέση όπως κάνουμε εμείς τα ζώα.
Όμως κάτι θα κάνω για το πρόβλημα σου. Ίσως θα' χει μια λύση στο σοφό μυαλό της η κουκουβάγια.
Η κουκουβάγια πράγματι είχε μια πρόταση, μα για να έμπαινε σ' εφαρμογή θα ‘πρεπε να βοηθήσει κόσμος πολύς. Ένας μονάχα δε θα ήταν εύκολο να φέρει αποτέλεσμα.
Η πεταλούδα δεν απελπίστηκε. Κάλεσε σε βοήθεια όλα τα ζουζουνάκια και τα πουλιά και τα ζωύφια που γνώριζε. Και το θαύμα έγινε.,.
Γύρω απ' το βλαστό της Ρουμανώς δεν άργησε να γίνει πανηγύρι.
Πουλιά έσκαβαν με τις μυτούλες τους το χώμα, σκαθάρια άνοιγαν γουβίτσες με τα πόδια τους, γαιοσκώληκες ανακάτωναν το έδαφος, ο σκίουρος καθάριζε τις πέτρες και ένας τυφλοπόντικας κουβαλούσε από μακριά αφράτο καστανόχωμα.
Όλα εντάξει ως εδώ, έκρινε η κουκουβάγια που παρακολουθούσε τις προσπάθειες της πεταλούδας και των φίλων της. Σειρά τώρα έχει το φύτεμα.
Δεν αποτελείωσε το λόγο της κι άλλος αγώνας άρχισε γύρω απ' τη μοναχική τη Ρουμανώ.
Ζουζούνια και πουλιά πηγαινοερχόταν με σούσουρο κουβαλώντας ό,τι σπόρο μπορείς να φανταστείς. Παπαρουνόσπορο, ραδικόσπορο, πεπονόσπορο, καρπουζόοπορο, (αυτόν μάλιστα τον κουβαλούσαν οκτώ μυρμήγκια), τριφυλλόσπορο, γαϊδουραγκαθόσπορο, σουσάμι, σύκο. καλαμπόκι, κριθαρόσπορο, βασιλικό και χίλια δύο άλλα είδη φυτών και λουλουδιών. Η πεταλούδα φρόντισε να φέρουν και σπόρους απ' τη γενιά της Ρουμανώ ενώ η πικραγκουριά εκσφενδόνιζε κατά κει πέντε έξι σπόρους από τους δικούς της.
Ύστερα ήρθε μια ψιλή βροχή, σαν να' τανε παραγγελία για το πρώτο πότισμα των σπόρων. Το χώμα έτοιμο τη δέχτηκε, οι σπόροι πήρανε το μήνυμα της νέας ζωής που τους καλούσε, κι άρχισαν να σκάζουν πάνω απ' το έδαφος τα πρώτα δειλά δειλά κεφαλάκια.
Η Ρουμανώ τα ‘χε χαμένα με όλο αυτά. Κι όσο οι μέρες περνούσαν και τα μικρά κεφαλάκια γίνονταν βλαστοί και μεγάλωναν, τόσο φούντωνε η συγκίνηση και η χαρά της.
- Σε λίγες μέρες θα δεις δίπλα σου δεκάδες λουλούδια! τη βεβαίωνε χαρούμενη η πεταλούδα.
Πραγματικά δεν πέρασε πολύς καιρός κι άνοιξαν στον ήλιο τα πρώτα λουλούδια.
- Καλημέρα γειτόνισσα!
- Καλημέρα Ρουμανώ!
- Καλημέρα Φιλάρα!
- Καλημέρα δικιά μου!
- Καλημέρα δεσποινίς!
- Καλημέρα γλυκεία μου!
- Καλή σου μέρα αρχόντισσα!
- Καλημέρα λουλουδάκι!
Ο κάθε σπόρος που φανερωνόταν πια με τη μορφή ωραίου λουλουδιού, χαιρετούσε τη Ρουμανώ ανάλογα με ...την καλλιέργεια και την καταγωγή του. Η Ρουμανώ ανταπέδιδε τους χαιρετισμούς με πολύ μεγάλη χαρά. Δεν έδινε σημασία αν στα λόγια των καινούριων της γειτόνων διέκρινε κανείς ευγένεια ή αγένεια, λεπτότητα ή σκληράδα. ιπποτισμό ή χωριατοσύνη.
- Γείτονες να 'χω κι ας είναι ό,τι θέλει ο καθένας τους! μονολογούσε κι έπλεε σε πελάγη ευτυχίας.
Μιας ευτυχίας που ήξερε πολύ καλά ότι ήταν δώρο της πονόψυχης πεταλούδας και της σοφής κουκουβάγιας. Μιας ευτυχίας που ήτανε δώρο αγάπης απ' όλα τα ζωάκια για εκείνη.
Ανάμεσα σ' όλο αυτό το φυτόκοσμο έλαμπε φωτεινό το πρόσωπο της Ρουμανώ, Γιατί όποιος είναι ευτυχισμένος, ακτινοβολεί σαν τον ήλιο, είτε είναι άνθρωπος είτε είναι λουλούδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: