Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Ζ... όπως ζέμπρα





(από το βιβλίο "Το αλφαβητάρι της φύσης" της Μαρίας Φραγκιά, ζωγραφιές Μάρω Αλεξάνδρου)

Κάποτε, τα πολύ παλιά χρόνια, οι ζέμπρες ήταν ολόασπρες, σαν το χιόνι. Όταν  τρέχανε στις απέραντες ζεστές σαβάνες, νόμιζε κανείς πως αντίκριζε μια ορμητική χιονοθύελλα μέσα στη λαύρα. Ήταν αλήθεια ένα πολύ παράξενο μα καί όμορφο θέαμα. Όποιος το 'βλεπε μια φορά έμενε με το στόμα ανοιχτό  και δεν το ξεχνούσε ποτέ...

Το ‘ξεραν καλά αυτό οι ζέμπρες κι είχαν πάρει πολύ αέρα τα μυαλά τους:
όλη τη μέρα δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να περιποιούνται τον εαυτό τους, να χτενίζουν τις ολόλευκες χαίτες τους, να καθαρίζουν το ολόλευκο τρίχωμα  τους, να γυαλίζουν τις ολόλευκες οπλές τους... Όταν μάλιστα πήγαιναν να πιουν νερό, κάθονταν με τις ώρες και θαυμάζονταν στα νερά της λίμνης
Κανέναν  δεν ήθελαν για παρέα τους, όλους τους έβρισκαν άσκημους και παρακατιανούς. Στεκόντουσαν μόνες τους παράμερα κι άρχιζαν το κουτσομπολιό.
«Κοιτάξτε  την καμηλοπάρδαλη τι άχαρη που είναι μ' αυτόν το γελοίο λαιμό…»
«Αμ  η στρουθοκάμηλος τι σου λέει, μ' αυτά τα απαίσια πόδια;"
«Καλέ κοιτάξτε το χοντρομπαλά τον ελέφαντα με την τεράστια μυτόγκα!»
Και δώστου και γελούσαν και κοροϊδεύανε. Κάποια φορά μάλιστα, όταν στη συνέλευση των ζώων όλοι διαμαρτυρήθηκαν για τη συμπεριφορά τους, οι ζέμπρες έβγαλαν μια γλώσσα δέκα μέτρα! « Γιατί συμπεριφέρεστε με τέτοιο τρόπο;   Ποιες νομίζετε πως είστε επιτέλους;" τις ρώτησε θυμωμένος ο βασιλιάς των ζώων, το λιοντάρι. Τότε σηκώθηκε η μεγαλύτερη κι ομορφότερη ζέμπρα, στάθηκε στη μέση και βροντοφώναξε: «Είμαστε τα ωραιότερα πλάσματα του κόσμου! Όλοι σας κάποιο μαύρο κουσούρι έχετε πάνω σας, άλλος στο κεφάλι του, άλλος στην ουρά του κι άλλος σ' όλο του το σώμα! Μονάχα εμείς είμαστε τέλειες, ολόλευκες, χωρίς μαύρα ψεγάδια! Είμαστε ανώτερη ράτσα και καμιά δουλειά δεν έχουμε με σας τους παρακατιανούς!»

Την άλλη μέρα οι ζέμπρες λιάζονταν ευχαριστημένες δίπλα στη λίμνη, όταν τις πλησίασε αργά ένα παράξενο κατάμαυρο γεροντάκι. "Καλημέρα σας!" τους είπε, μα αυτές γυρίσανε περιφρονητικά τα μούτρα τους από την άλλη. "Περπατάω όλο το πρωί κάτω από τον καυτό ήλιο... Μπορώ να πιω λίγο νερό  από τη λίμνη σας;" συνέχισε το κατάμαυρο γεροντάκι. "ΔΕ ΘΑ 'ΣΑΙ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΟΥ!" του απάντησε θυμωμένη η αρχιζέμπρα. "Εσύ, ένας κατάμαυρος παρακατιανός, να πιεις από τη λίμνη μας! Φύγε γρήγορα μη μας βρομίζεις το νερό!.,." Δεν πρόλαβε ν' αποσώσει τα λόγια της και το μικρούτσικο ανθρωπάκι άρχισε να μεγαλώνει, να μεγαλώνει... ώσπου ορθώθηκε απειλητικά δυο μέτρα πάνω από το κεφάλι τους! "ΩΣΤΕ ΕΤΣΙ! Εγώ, ο μαύρος παρακατιανός θα βρομίσω την ολόλευκη ανώτερη ράτσα σας, μόνο και μόνο επειδή θα πιω νερό από τη λίμνη σας!... Να, λοιπόν, για να θυμάστε πάντα το ξωτικό της ζούγκλας και τη σημερινή μέρα!" φώναξε θυμωμένο το παράξενο
πλάσμα κι άρχισε να στροβιλίζεται γρήγορα, σηκώνοντας έναν τρομαχτικό ανεμοστρόβιλο από χώμα, που έδερνε σαν μαστίγιο τις έκπληκτες ζέμπρες. Ύστερα εξαφανίστηκε κι όλα έγιναν ήσυχα όπως πριν... Δηλαδή, όχι ακριβώς όπως και πριν: όταν οι ζέμπρες έσκυψαν να πιουν νερό. ανακάλυψαν με τρόμο ότι όλο το σώμα τους, όπου τις είχε μαστιγώσει το χώμα, ήταν γεμάτο μαύρες βουρδουλιές! Από τότε έμειναν έτσι, για να θυμούνται πως μαύρο κι άσπρο χωράνε μια χαρά στο ίδιο σώμα. Κι είναι, νομίζω, ακόμα ωραιότερες!


Δεν υπάρχουν σχόλια: