Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

ΚΑΛΑ ΚΡΑΣΙΑ



 της Εύης Τσιτιρίδου
Βρε κρασοκανάτα, είσαι για μια κρασοκατάνυξη στο κρασοπουλειό, ν’ αναστενάξουν τα κρασοβάρελα, κι από κοντά το μεζεδάκι, κόκορας κρασάτος; Αντέχει η κράση σου; Εγώ πάντως κρασοκερνώ ένα κρασοβόλιον ή έστω μια κρασοβρεξιά, κι ας κρασομεθύσουμε κι ας γίνουμε κρασοπινάδες, που μυρίζουν κρασίλα. Θα τσουγκρίζουμε τα κρασοτάσια μας και θα φωνάζουμε στον κρασοπούλη: «Κι άλλο, κι άλλο, κρασοπότισέ μας κι άλλο!»

κρασο- μυθο – λεξικό
Ο Διόνυσος ή Βάκχος
Ήταν γιος του Δία και της Σεμέλης, κόρης του βασιλιά των Θηβών, Κάδμου. Η ζηλιάρα Ήρα, για να εκδικηθεί τη Σεμέλη, την έπεισε να ζητήσει από τον Δία να της παρουσιαστεί μια μέρα με όλο του το μεγαλείο. Όταν αυτό έγινε, το παλάτι έπιασε φωτιά από τους κεραυνούς και τ' αστραπόβροντα και η Σεμέλη κάηκε. Αμέσως η θεά Γαία τύλιξε μερικές από τις κολόνες του παλατιού με δροσερό κισσό, για να εμποδίσει τη φωτιά, και ο Δίας πρόλαβε και πήρε πρόωρα το μωρό από την κοιλιά της μάνας του. Μετά το έραψε στο μηρό του, για να δυναμώσει. Έτσι επεισοδιακά γεννήθηκε ο Διόνυσος, ο θεός του κρασιού, του γλεντιού και της θεατρικής τέχνης! Ο τραγοπόδαρος Παν, ο γερο-Σειληνός, οι Σάτυροι και οι Μαινάδες ήταν μερικοί από τους πιστούς του ακολούθους. Παντρεύτηκε την κόρη του Μίνωα, Αριάδνη, αφότου την εγκατέλειψε ο Θησέας στη Νάξο, και έκανε μαζί της δύο γιους, τον Υμέναιο, θεότητα του γάμου, και τον Πρίαπο, θεότητα της αναπαραγωγής.
Ο Διόνυσος και οι Τυρρηνοί πειρατές
Κάποτε ο θεός Διόνυσος ρέμβαζε σε μια ακρογιαλιά. Ξαφνικά, άραξε εκεί κοντά ένα καράβι γεμάτο πειρατές, που, μην αναγνωρίζοντας τον, τον αιχμαλώτισαν κι ετοιμαζόνταν να τον πουλήσουν σκλάβο. Μόνο ο τιμονιέρης διαφωνούσε με τα σχέδια τους, γιατί του έκανε εντύπωση η ομορφιά, το παράστημα και η ηρεμία του νεαρού αιχμαλώτου. Μόλις το καράβι ανοίχτηκε στο πέλαγος, στα κατάρτια του φύτρωσαν κληματόβεργες φορτωμένες ώριμα σταφύλια,  τα κουπιά σκεπάστηκαν από καταπράσινο κισσό και μυρωδάτο κρασί άρχισε να κυλάει στο κατάστρωμα. Οι πειρατές σάστισαν. Τότε ο Διόνυσος μεταμορφώθηκε σε αγριεμένο λιοντάρι και μια θυμωμένη αρκούδα εμφανίστηκε στο πλάι του, που όρμησε και κατασπάραξε τον καπετάνιο. Οι υπόλοιποι πειρατές, τρελοί από φόβο, πηδούσαν στη θάλασσα και αμέσως μεταμορφώνονταν σε δελφίνια. Μόνο ο τιμονιέρης γλίτωσε από την οργή του θεού, γιατί είχε μιλήσει συνετά.
Ο Άμπελος
Ήταν ένα όμορφο και δυνατό παλικάρι, που ανήκε στη συνοδεία του θεού Διόνυσου. Του άρεσε να ιππεύει έναν άγριο ταύρο. Μια μέρα το ζώο θύμωσε και τον πέταξε κάτω, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί. Τότε ο Διόνυσος τον μεταμόρφωσε σε φυτό, το οποίο ονομάστηκε αμπέλι, χαρίζοντας του έτσι την αθανασία.
Ο Στάφυλος
Ήταν ένας βοσκός στην υπηρεσία του Οινέα, βασιλιά της Αιτωλίας. Προσέχοντας τα βασιλικά κοπάδια, παρατήρησε ότι όταν οι κατσίκες έτρωγαν τον καρπό ενός συγκεκριμένου φυτού όχι μόνο πάχαιναν, αλλά και άρχιζαν τις χαρούλες και τα χοροπηδητά! Έκοψε τον καρπό αυτού του φυτού και τον πήγε στο βασιλιά, ο οποίος τον δοκίμασε και κατενθουσιάστηκε. Έτσι «βάφτισε» τον καρπό σταφύλι, προς τιμήν του βοσκού που τον ανακάλυψε. Ο χυμός του καρπού ονομάστηκε οίνος από το όνομα του βασιλιά Οινέα.
Ο Ικάριος
Ζούσε στην Αττική. Επειδή κάποτε φιλοξένησε και περιποιήθηκε πλουσιοπάροχα το θεό Διόνυσο, εκείνος για να τον ανταμείψει του χάρισε ένα αμπέλι και ήταν ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο δίδαξε ο ίδιος την καλλιέργεια του και την παραγωγή του κρασιού. Ο Ικάριος, όμως, στάθηκε άτυχος, γιατί κάποιοι βοσκοί, τους οποίους κέρασε από το κρασί του, μέθυσαν και νομίζοντας   ότι τους δηλητηρίασε, τον σκότωσαν. Η κόρη του Εριγόνη έψαχνε  για πολύ καιρό τον πατέρα  της στα βουνά, μέχρι που  με τη βοήθεια της πιστής της σκύλας Μοίρας, βρήκε τον τάφο του.
Ο Διόνυσος για να τους τιμήσει και τους τρεις, τους... ανέβασε στον ουρανό: είναι οι αστερισμοί του Κυνός, της Μεγάλης και της Μικρής Άρκτου.
• Κρασοβάρελο: το βαρέλι του κρασιού. Μεταφορικά, αυτός που πίνει πολύ κρασί
• Κρασοβόλιο: το κέρασμα κρασιού
• Κρασοκανάτα: η κανάτα του κρασιού. Μεταφορικά, αυτός που πίνει πολύ κρασί· π.χ.: «αυτός είναι μια Κρασοκανάτα, ο θεός να σε φυλάει».
• Κρασοκατάνυξη: η οινοποσία, η μέθη
• Κρασοπατέρας: ο οινοπότης. ο μέθυσος
Κρασοπουλειό:το οινοπωλείο ή η ταβέρνα
• Κράσις; αρχαία ελληνική λέξη που δήλωνε την ανάμειξη οίνου και νερού. Οι αρχαίοι Έλληνες έπιναν πάντα νερωμένο το κρασί τους («κεκραμένος οίνος»). Αργότερα η κράσις έγινε το κρασί, λέξη που σήμερα έχει παραγκωνίσει τη λέξη οίνος. Η αρχαία λέξη «οίνος» διατηρείται κυρίως στο θρησκευτικό λεξιλόγιο και σημαίνει το κρασί που προορίζεται για τη θεία κοινωνία

Δεν υπάρχουν σχόλια: