Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 25Η ΜΑΡΤΙΟΥ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ - ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ



ΔΙΠΛΗ ΓΙΟΡΤΗ
Είκοσι πέντε του Μαρτίου
το αγγελούδι εκείνο

κατέβηκε στην Παναγιά
της έδωκε τον κρίνο

Την ίδια μέρα διάλεξαν       
οι Έλληνες και πάλι
τα άρματα αρπάξανε
σήκωσαν το κεφάλι.

Διπλή είναι σήμερα γιορτή
διπλή είναι χαρά           
γιορτάζει  η Πατρίδα μας
μαζί κι η Παναγιά.

Ευαγγελισμός - Ελληνισμός
(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)
Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μια φλόγα αστράφτει... ακούονται ψαλμοί και μελωδία...
Πετάει έν' άστρο... σταματά εμπρός εις τη Μαρία...
«Χαίρε της λέει αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε Μαρία, Χαίρε!»
Επέρασαν χρόνοι πολλοί...
Μια μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλι ο ουρανός...
Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη,
μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.
Τα σιδερά είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλά της.
Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά έν' άστρο, μιαν αχτίδα.
Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του...
«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε».
Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαύρ' η πεθαμένη
νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνήμ' αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της...
Κανείς δεν αποκρένεται...Βγαίνει πετά στα όρη...
Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη.
«Ξυπνάτε εσείς που κοίτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,
το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».
Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπει στον αιθέρα
μ' όλα τα κάλλη τ' ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να τη χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθείς ας μεταλάβει
από τη χάρη του Θεού. Και σεις και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στη καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι να 'στε.

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Ποιος θε ν’ ακούσει κλάματα και μαύρα μοιρολόγια;
Ας πάει στα κάστρα του Μωριά,
της Πόλης τα καντούνια,
που κλαίει η μάνα το παιδί, και το παιδί τη μάνα.
 Στο παραθύρι κάθονται και το γιαλό τηράζουν.
Σαν περδικούλες θλίβονται
και σαν παπιά μαδιούνται.
Σαν του κοράκου τα φτερά
μαυρίζει η φορεσιά τους.
Βαρκούλες βλέπουν κι έρχονται,
καράβια και προβαίνουν.

 -  Καράβια καραβόπουλα και σεις μικρές βαρκούλες
Μην είδατε τον Γιάννη μου, το Γιάννη το παιδί μου;

 - Αν το είδα κι αν τ’ απάντησα, πόθε να το γνωρίσω;
Δείξε μου τα σημάδια του, ίσως και τον γνωρίσω.
-  Ήταν ψηλός, ήταν λιγνός, ίσιος σαν κυπαρίσσι,
                  Είχε και στ’ ακροδάχτυλο πανώριο δακτυλίδι,
Κι έλαμπε πλειο το δάχτυλο από το δαχτυλίδι.
-  Εψές βράδυ τον είδαμε, στης Μπαρμπαριάς τον άμμο.
         Γενίτσαρος εγίνηκε. Σουλτάνον προσκυνάει.

     Παιδομάζωμα
Μια μανούλα στην αυλή της,
έρμη μοναχή,
 κλαίει η μαύρη το παιδί της,
εφτά χρονών παιδί.

Της το  πήραν, της τ' αρπάξαν,
 τύχη της κακή,
την καρδιά της ρημάξαν
και μοιρολογεί:

Μαύρη μέρα πού στον κόσμο,
 σ' έφερα φτωχό,
δεν αντέχω πια στον πόνο
ωχ, θα τρελαθώ.

Έκλεισε το σπιτικό μας
 μαύρη η τύχη σου
πάει η πατρίδα, πάει, η μανούλα
πάει κι η πίστη σου.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Στο μικρό εξωκκλησάκι
στην Αγια  Παρασκευή
πάει το μικρό παιδάκι
με το φόβο στην ψυχή.

Με προφύλαξη μεγάλη
μην τουρκιά το καταλάβει
τρέχει στο ερημοκλήσι
σαν ο ήλιος πάει να δύσει.

Ο σεβάσμιος παπάς
που 'ν και δάσκαλος μαζί
τους μιλάει για τα παλιά
για τα χρόνια τα καλά.

Το κρυφ σχολειό
Απ’  έξω μαυροφόρ᾿ απελπισιά,
πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι,
και μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά,
στην εκκλησιά, που παίρνει κάθε βράδυ
την όψη του σχολειού,
το φοβισμένο φως του καντηλιού
τρεμάμενο τα ονείρατα αναδεύει,
και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει.
Εκεί καταδιωγμένη κατοικεί
του σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα,
βραχν
ο παπάς, ο δάσκαλος εκεί
θεριεύει την αποσταμένη ελπίδα
με λόγια μαγικά,
εκεί η ψυχή πικρότερο αγροικ

τον πόνο της σκλαβιάς της, εκεί βλέπει
τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει.
Κι απ᾿ την εικόνα του Χριστού ψηλά,
που  βούβανε τα στόματα των πλάνων,
και ρίχνει και συντρίβει και κυλά
στην άβυσσο τους θρόνους των τυράννων,
κι απ
τη σιγαλιά,
πού δένει στο λαιμό πνιγμού θηλιά,
κι απ
᾿ των προγόνων τ᾿ άφθαρτα βιβλία,
πού δείχνουν τα πανάρχαια μεγαλεία,
ένας ψαλμός ακούγεται βαθύς
σα μελ
δίες ενός κόσμου άλλου,
κι ανατριχιάζει ακούοντας καθείς
προφητικά τα λόγια του δασκάλου
με μια φωνή βαριά.
«Μη σκιάζεστε στα σκότη! Η λευτεριά
σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει».

ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ 
Απ' το χωριό γλιστρούσαν σαν ίσκιοι στο σκοτάδι 
και στο ξωκλήσι πέρα μαζεύονταν το βράδυ. 
Μαντάλωναν τη θύρα με κάθε προσοχή, 
σταυρώνανε τα χέρια σε μία προσευχή. 
Κι ο δάσκαλος - ιερέας, τους μαθητές του ευλογά, 
              που 'τρεμε η καρδιά τους, σαν του κεριού τη φλόγα, 
πριν την παράδοσή του αρχίσει του σκολειού 
κάτω απ' το φως το λίγο, τ' ωχρό του καντηλιού. 
Και στο παλιό ξωκλήσι, μανταλωμένοι ώρες 
ξεχνούσαν της σκλαβιάς τους, τις άραχλες τις μπόρες. 
Και γράμματα μαθαίναν μαζί με προσευχές 
κι ατσάλωναν με πίστη τις άγιες τους ψυχές. 
Μάθαιναν να αγαπούν τη μάνα τους πατρίδα, 
το αίμα τους να δίνουν ως την στερνή ρανίδα 
να μην σκιαχτούν ποτέ τους τ' ανήμερα θεριά 
και στην γλυκιάν Ελλάδα να δώσουν λευτεριά. 
Και πίστεψαν στη νίκη και γίνανε λιοντάρια 
και πάλεψαν σα δράκοι τ' ανδρεία παλικάρια!! 
Δε σκιάχτηκαν ποτέ τους τ' ανήμερα θεριά 
και στην γλυκιάν Ελλάδα χαρίσαν λευτεριά, 
γιατ' είχανε πιστέψει απ' τη στιγμή την πρώτη 
μες στο κρυφό σχολειό τους και στη χρυσή τη νιότη 
'Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, 
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: