Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Τα ροζ αυγά



του Γιάννη Μικαϊρτζη
Την  πρώτη Μεγάλη Εβδομάδα της στρατιωτικής μου θητείας την πέρασα σε μια
 μικρή μονάδα στα σύνορα. Πρωί Μεγάλου Σαββάτου με κάλεσε ο διοικητής μου στο γραφείο του και μου ανήγγειλε πως ε­κείνο το βράδυ θα έμενα μέσα, κάνοντας χρέη α­ξιωματικού υπηρεσίας.

Ήταν κάτι που το γνώριζα άλλωστε από μέρες και δε μ' ενοχλούσε καθόλου η ιδέα πως θα κά­νω Ανάσταση στη μονάδα με τους λιγοστούς φαντάρους της νυχτερινής φρουράς. Μπορώ να πω ότι έβλεπα με ενδιαφέρον την πρωτόγνωρη εμπειρία μιας αναστάσιμης νύχτας μα­κριά από τα ξεφωνη­τά, τα λούσα, τα βαρελότα, τις μεγαφωνικές ψαλμωδίες και όλα τα συναφή, που την κάνουν να μοιάζει ξεχωρι­στή απ' όλες τις άλλες νύχτες του χρόνου, αλλά τόσο ίδια με κάθε προηγούμενη της Πασχαλινή. Το λιγότερο που έλπιζα. ήταν πως με τους τριά­ντα περίπου φαντάρους, στην απόμακρη μονάδα μας, θα περνούσαμε ξεκούραστα και ήρεμα. Αυτό ήταν παραπάνω από βέβαιο. Το πιο κοντινό χω­ριό ήταν αρκετά χιλιόμετρα μακριά και ούτε τον πανηγυρικό ήχο της καμπάνας του δε θ' ακούγαμε.
Είχα κι ένα κρυφό σχέδιο στο μυαλό, που πήγαζε από τον ενθουσιασμό των είκοσι ενός μου χρόνων και ταίριαζε με την όλη ατμόσφαιρα των ήμερων.
Όταν η ώρα θα πήγαινε ακριβώς 12 τα μεσάνυ­χτα, σκεφτόμουν, θα βαρούσα ξαφνικά συναγερ­μό. θα συγκέντρωνα όλους τους στρατιώτες μπροστά σ' ένα προσκυνητάρι που είχαμε δίπλα στον όρχο των αυτοκινήτων, κι εκεί θα ψάλαμε όλοι μαζί το "Χριστός Ανέστη". Κι ύστερα θ' άδειαζα το υπηρεσιακό μου πιστόλι πυροβολώντας στον αέρα οκτώ φορές. (Τόσες σφαίρες είχα ε­ξοικονομήσει από μέρες, κρα­τώντας τες κρυφά α­πό τις ασκήσεις σκοποβολής).
Οι άλλοι αξιωματικοί (οι έφεδροι σαν κι εμένα και οι μόνιμοι) είχαν πετύχει έγκριση άδειας για εκείνη τη βραδιά, να απολαύσουν τις εκκλησίες και την οικογενειακή μαγειρίτσα με τις γυναίκες και τα παιδιά τους στην κωμόπολη, όπου είχαν τα διαμερίσματα τους. Ήμουν ο μόνος "ελεύ­θερος" εκεί, γι' αυτό είχα προσφερθεί να κάνω Πάσχα στη μονάδα με τους λιγοστούς άντρες που έμειναν για τις απαραίτητες φρουρές. Οι δικοί μου ήσαν πολύ μακριά, για να ελπίζω πως θα μπορούσα να βρεθώ μαζί τους τέτοιες μέρες.
- Όλα είναι τακτοποιημένα, κύριε δόκιμε, με καθησύχασε ο διοικη­τής μου, μ' ένα ύφος που φα­νέρωνε ενοχές, γιατί θα μ' ε­γκατέλειπε μόνο μου μέσα, ενώ αυτός και οι άλλοι, με διάφο­ρες προφάσεις, θα φεύγανε α­πό τις 10 το πρωί.
- Κύριε διοικητά μου, δεν ανη­συχώ καθόλου, τον βεβαίωσα. Άλλωστε λίγοι στρατιώτες μεί­νανε μέσα σήμερα και ιδιαίτερες δουλειές δεν έχουμε.
- Ναι, χμ! έχετε δίκιο. Μόνο να σας θυμίσω πως έχετε την υποχρέ­ωση να καθαρίσετε καλά όλο το στρατόπεδο.
Δε μου άρεσε καθόλου η πρότα­ση αυτής της έκτακτης αγγαρεί­ας. αλλά τι να κάνω;
- Μάλιστα, κύριε διοικητή. Δε θα μείνει ούτε αποτσί­γαρο, είπα με σιγουριά.
- Ούτε σκόνη κάτω από τα κρεβάτια..., πρόσθεσε ο διοικητής.
- Ούτε σκόνη, κύριε διοικητά μου.
- Ούτε χορταράκι στο μα­ντρότοιχο.
- Θα ξυρίσουμε όλες τις μάντρες, κύριε διοικητά.
- Και θ' ασπρίσετε με ασβέστη τα σκαλάκια μπροστά στο διοικη­τήριο και στους θα­λάμους.   Εντάξει, κύριε δόκιμε;
- Θα την κάνουμε "αυγό" τη μονάδα, κύριε διοι­κητά μου. Μείνετε ήσυχος.
- Αυγό είπες: Αυγό; πετάχτηκε ο διοικητής μου, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
- Μάλιστα, κύριε διοικητά!
- Ω, θεέ μου! Καλά που μου το θύμισες, παιδί μου! (Όταν ο διοικητής μου βρισκόταν σε δύσκο­λη θέση, με αποκαλούσε "παιδί" του).
- Τι συμβαίνει, κύριε διοικητά; τόλμησα να ρωτή­σω. Γιατί σας ανησύχησε τόσο η λέξη «αυγό»;
- Η μονάδα μας, κύριε δόκιμε...
- Τι έκανε η μονάδα μας;
- Η μονάδα μας ανέλαβε να βάψει φέτος τα αυ­γά για την πασχαλινή γιορτή που θα γίνει αύριο στο Σύνταγμα Πεζικού. Πο! Πο! και μου είχε δια­φύγει εντελώς!
- Ολόκληρο σύνταγμα πεζικού. κύριε διοικητά μου, και περιμένει από τους τριάντα φαντάρους της πυροβολαρχίας μας να τους βάψουμε τ' αυ­γά; Εμείς είμαστε λίγοι... είπα εγώ.
- Μα ακριβώς επειδή είμαστε λίγοι, ο κύριος τα­ξίαρχος, που έχει την ευθύνη της διοργάνωσης, σκέφτηκε να μας αναθέσει μόνο να βάψουμε 800 αυγά.
- "Μόνο" το λέτε εσείς αυτό. κύριε διοικητά; είπα τρομαγμένος. Με είχαν κιόλας Ζώσει τα φίδια πως αυτά τα 800 αυγά θα αποτελούσαν την πα­σχαλινή μου τραγωδία.
- "Μόνο" το λέτε εσείς αυτό; 800 αυγά κόκκινα;
- Δεν το λέω εγώ, παιδί μου, ο ταξίαρχος το εί­πε.
- Οι άλλοι τι θα κάνουν;
- Το Σύνταγμα Πεζικού βάζει το χώρο, κιόσκια, καθαριότητες, στολισμούς, ζωντανή μουσική, ξύ­λα για τις ψησταριές...
- Και ποιοι θα ψήσουν τ' αρνιά;
- Οι λοκατζήδες. θα τα φέρουν σουβλισμένα ξη­μερώνοντας η Κυριακή. Ε, αυτοί έχουνε πιο πολ­λή δουλειά.
- Αυτοί είναι λοκατζήδες, κύριε διοικητά.
- Κι εμείς δηλαδή, που είμαστε του Πυροβολικού, δε μετράμε, κύριε δόκιμε; Τέτοια γνώμη έχετε για το όπλο μας; με "κάρφωσε" ο διοικητής μου.
- Οι διαβιβαστές; ρώτησα εγώ, για να πάει αλλού η κουβέντα.
- Οι διαβιβαστές, αν θυμάμαι καλά.....θα πλάσουν τα κουλούρια και τα τσουρέκια και θα φέρουν τριακόσια κιλά κρασί. Λίγο το 'χεις;
Θα εορτάσουμε όλοι μαζί, βλέπετε, κύριε δόκιμε, Ε, πέφτει και σε σας ένα μικρό τρέξιμο να βρείτε αυγά και να τα βάψετε. Είναι πρωί ακόμη. Έχετε χρόνο. Καλημέρα σας!
- Με όλο το θάρρος, κύριε διοικητά, τόλμησα πάλι εγώ. Που θα βρούμε 800 αυγά Μεγαλοσαββατιάτικα;
Και τότε ο διοικητής μου είπε εκείνο το αμίμητο:
«Ό καλός στρατιώτης, κύριε δόκιμε, στη φουρ­τούνα φαίνεται».
- Μα …πήγα να ψελλίσω εγώ.
- Δεν έχει μα και ξεμά. Είναι διαταγή! Πάρε την καναδέζα και ξεκουμηισου με τον επιλοχία μαζί να βρείτε τ' αυγά. Αύριο το πρωί θα τα έχετε έ­τοιμα και κατακόκκινα, όπως το θέλει το έθιμο. Καλημέρα σας, κύριε δόκιμε. Πηγαίνετε!
Χαιρέτησα στρατιωτικά. Έκανα μεταβολή χτυπώ­ντας σαν νεοσύλλεκτος την μπότα μου στο μω­σαϊκό, κι έφυγα γεμάτος έγνοιες.
- Και μην ξεχάσετε την μπογιά, κύριε δόκιμε! μου φώναξε απ' το γραφείο του ο διοικητής.
- Μάλιστα, κύριε διοικητά... Όταν έφτασα στον όρχο των οχημάτων, βρίζοντας μέσα μου και το διοικητή, και τον ταξίαρχο και το στρατάρχη και τ' αυγά κι όλες τις κότες του κόσμου, τον άκουσα να μου φωνάζει όρθιος μπροστά στην πόρτα του διοικητηρίου:
- Κύριε δόκιμε!
- Μάλιστα, κύριε διοικητά! Διατάξτε!
- Καλή Ανάσταση!
- Ευχαριστώ, κύριε διοικητά. Καλή Ανάσταση!
Άντε τώρα να τρέχεις σ' ένα κουτσοχώρι των 150 κατοίκων για αναζήτηση 800 αυγών κι από πάνω να θέλεις και βαφή για να τα βάψεις. Ευτυχώς που οι κότες των συνόρων είχαν ταϊ­στεί καλά εκείνες τις μέρες, με μια πρώιμη για την περιοχή άνοιξη, έτσι ο γύρος σε κάνα δυο ορνιθοτροφεία και σ' άλλους τρεις τέσσερις χοντρονοικοκυραίους είχε ως αποτέλεσμα να μαζευτούν τα αυγά που χρειαζόμαστε. Έκοψα μια απόδειξη πληρωμής στον μπακάλη του χωριού, που μας προμήθευε διάφορα για το μα­γειρείο της μονάδας, κι εκείνος θα πλήρωνε στον καθένα το ποσό που του αναλογούσε. Η μπογιά όμως ήτανε λίγη.  Την είχανε ήδη αγο­ράσει οι γυναίκες του χωριού. Και δεν προλάβαι­να να κατεβώ στην κωμόπολη, ούτε είχα άδεια για τόσο μακρινή διαδρομή.
- Θα φτάσει... Βρε παιδάκι μου, με βεβαίωνε η γυναίκα του μπακάλη. Ρίξτε και λίγο ξύδι μέσα στο καζάνι που θα τα βράζετε, για να πιάσει το χρώμα. Μην ανησυχείς πια! Ε, κι αν δε γίνουν και μπίτι κόκκινα, τι σε μέλλει;
- Αχ, εσύ κυρα-Θανάσαινα  δεν έχεις διοικητή πάνω απ' το κεφάλι σου, γι' αυτό τα βρίσκεις εύ­κολα τα πράματα, της είπα και φόρτωσα ένα κι­βώτιο μπουκαλάκια ξύδι στην καναδέζα. Αφού δε βρήκαμε πολλή μπογιά, ας πάρουμε τουλάχι­στον ξύδι, μονολόγησα.
Ήταν προχωρημένο απόγευμα, όταν φτάσαμε πίσω στη μονάδα. Βρισκόμουν σ' αναμμένα κάρ­βουνα. Εντάξει, βρήκαμε τ' αυγά. Άλλος μπελάς τώρα το βάψιμο τους και μάλιστα με λειψή μπο­γιά. Σάμπως είχα δει ποτέ τη μάνα μου πώς τα έ­βαφε τ' αυγά στο σπίτι μας; Η τεχνική της μου ή­ταν παντελώς άγνωστη.
Ο μάγειρας της μονάδας, ένας φανταράκος από τα Τζουμέρκα, που δεν το 'βάζε κάτω με τίποτα, επέμενε:
- Θα τα βάψου ιγώ, κύργιε δόκιμε. Μη σκοτίζίσι ισύ!
Και πράγματι, είπα να μη σκοτιστώ άλλο. Αυτό ή­ταν δουλειά του μάγειρα. Ας έκανε ό,τι νόμιζε. Αρκετά είχα τραβήξει, ώσπου να βρω τ' αυγά και τις βαφές και τα ξυδόλαδα.
Αρκετά πια!
Μάζεψα τους εναπομείναντες μέσα στρατιώτες, τους πήρα με το καλό και τους ανέθεσα κατά ο­μάδες να κάνουν όσα διέταξε ο διοικητής, ενώ τρεις άντρες έστειλα

στο μαγειρείο, να βοηθήσουνε το μάγειρα στον αγώνα του με τ' αυγά.
Άρχισα να νιώθω καλύτερα. Ησύχασα με τη σκέ­ψη πως όλα τα ρύθμισα όπως έπρεπε, κι έγειρα λίγο να ξαποστάσω, να είμαι φρέσκος στην Α­νάσταση, που σκόπευα να τη γιορτάσω με το δι­κό μου τρόπο εκείνη τη νύχτα. Αλλά δεν κράτη­σε πολύ η χαλάρωση μου. Ένα νευρικό χτύπημα στην πόρτα, μ' έκανε να πεταχτώ πάνω μην ξέ­ροντας τι άλλο με περιμένει.
- Τι είναι, δεκανέα; Έφοδος πασχαλιάτικα; φώ­ναξα του δεκανέα, γιατί ήμουν σίγουρος ότι αυ­τός χτυπούσε έτσι την πόρτα του γραφείου μου.
- Κυρ-δόκιμε, τρεχάτε. Σας Ζητάει επειγόντως ο μάγειρας, είπε εκείνος φανερά ταραγμένος.
- Τι έγινε, ρε παιδιά; σπάσανε τ' αυγά;
- Δεν ξέρω τίποτα εγώ, κυρ-δόκιμε! έβγαλε έ­ξω την ουρά του ο δεκανέας. Εκείνος μου εί­πε να πάτε εκεί "ιπιγόντους"!
Τρέχω στο λεπτό στο μαγειρείο και τι να δω. Τα αυγά ήταν άβαφτα!
- Ακόμα να τα βάψεις τ' αυγά; ρώτησα έκ­πληκτος.
- Βαμμένα είναι κύργιε-δόκιμε
Τα κοίταξα καλύτερα. Έτριψα τα μάτια μου να καθαρίσουν απ' τη νύστα. Ναι … πραγ­ματικά... μια αμυδρή απόχρωση κόκκινου χρώματος υπήρχε πάνω τους, αλλά βαμ­μένα όπως θα έπρεπε, δεν ήσαν.
- Ήτανε λίγη η μπογιά που φέρατι. κύργιε-δόκιμε! δικαιολογήθηκε ο μάγει­ρας.
Και τώρα τι κάνουμε; Αναρωτήθηκα. Το πράγμα δεν έπαιρνε καθυστέρη­ση. Ήταν κιόλας οκτώ η ώρα.  Σε περιπτώσεις έκτακτης κρίσης, οι κανόνες επιβάλλουν να ενημερώνεται "πάραυ­τα" ο κύριος διοικητής.
- Ντριν, ντριν! τον κάλεσα επειγόντως.
- Ναι... Τι ... ποιος;
- Κύριε διοικητά, λαμβάνω την τιμή να αναφέ­ρω... Τα αυγά...
- Ε, τι... τα αυγά;
- Κύριε διοικητά μου, τα αυγά μου δεν κοκκινίζουν.
- Γιατίιιι;
- Γιατί δε βρήκαμε αρκετή μπογιά. Στο χωριό δεν υπήρχε άλλη. Την πήραμε όλη και πάλι δε φτάνει. Γίνανε ελαφρώς ροζέ τα αυγά μας, κύριε διοικητά.
- Ελαφρώς ροζέ; φώναξε εκείνος. Ένιωσα το α­κουστικό στο χέρι μου να τρέμει.
- Μάλιστα!
- Τι μάλιστα, κύριε δόκιμε. Εγώ αύριο θέλω 800 αυγά κόκκινα, κατακόκκινα, κατάλαβες; κόψε το λαιμό σου, αλλά τα αυγά θα τα βάψεις! Αύριο θα έρθει και ο στρατηγός από την Αλεξανδρούπολη στη γιορτή, θα τα βάψεις πάση θυσία, κύριε δόκιμε!
- Κύριε διοικητά μου. του είπα όσο μπορούσα πιο συγκρατημένα, γνωρίζετε ότι βρισκόμαστε στη μεθόριο και όση μπογιά υπήρχε στο κοντινότερο κατοικημένο μέρος, την εξαντλήσαμε. Τι άλλο μέ­νει να κάνουμε;
- Να βάψετε τ' αυγά! Αυτό μένει να κάνετε, κύριε δόκιμε! μου φώναξε και κατέβασε απότομα το α­κουστικό.
Ο δεκανέας, ο μάγειρας και οι τρεις στρατιώτες βοηθοί με κοίταγαν με ύφος που ταιριάζει σε ε­πικήδειο τελετή. Τα είχαν ακούσει όλα. Για είκοσι περίπου λεπτά δεν κάναμε το παραμι­κρό. Μόνο κοιτάζαμε τ' αυγά μες στο καζάνι που χοχλάκιζαν, χωρίς να παίρνουν χρώμα. Ώσπου χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν φωνή γυ­ναίκας στην άλλη άκρη της γραμμής.
- Κύριε δόκιμε, εσείς;
- Μάλιστα, απάντησα σαν χαμένος. Τι θα θέλατε;
- Κοιτάξτε. Είμαι η σύζυγος του διοικητή σας και άκουσα το πρόβλημα που αντιμετωπίζετε. Ξέρετε. θα μπορούσα εδώ γύρω στις φίλες μου να μαζέψω λίγα σακουλάκια αυγοβαφής όλο και κάτι περίσσεψε στα σπίτια μας. Λίγα θα είναι, αλλά α­πό το τίποτα... Κι ύστερα, θα σας συμβούλευα να περάσετε ένα ένα τ' αυγά, αφού κρυώσουν, με έ­να λαδωμένο πανάκι. Να δείτε που θα τονιστεί το χρώμα τους και θα φαίνονται ωραιότερα.
- ..........(έμενα άφωνος και αναποφάσιστος)
- Στείλτε μου το τζιπ, το ταχύτερο, κύριε δόκιμε, κι όλα θα πάνε καλά. Περιμένω. Καλή Ανάσταση!
- Καλή Ανάσταση και σε σας, κυρία... ψέλλισα. Σας ευχαριστώ πολύ.
- Γρήγορα, λέω του δεκανέα. Πάρε το τζιπ και τρέξε στο σπίτι του διοικητή, θα πας και θα'  ρθεις στο λεπτό, μαύρε μου, γιατί δεν προλαβαί­νουμε πια τίποτα.
- Μα, κύριε δόκιμε. θέλω μίση ώρα το λιγότερο να πάω κι άλλο τόσο να γυρίσω.
- Δε θέλω δικαιολογίες! φώναξα με ύφος στρα­τάρχη, κι έφυγα, για να μην εκραγώ σαν πασχα­λιάτικο βαρελότο.
Κατά τις δέκα περίπου έριχνε ο μάγειρας στο καζάνι τα νέα φακελάκια της βαφής, που μας εξοι­κονόμησε η σύζυγος του διοικητή, για να πάρουν δεύτερη βράση τ' αυγά μας, μήπως φιλοτιμηθούν και κοκκινίσουν.
Κι όταν έσβησε πια η φωτιά, πιάσαμε να τα βγάζουμε ένα ένα με προσοχή και να το αλείφουμε με φρέσκο λάδι να γυαλίσουν. Κάλεσα και τους άλλους στρατιώτες να βάλουν ένα χεράκι, αφού αποφάσισα να καταργήσω όλες τις σκοπιές. Μόνο στη κεντρική πύλη της μονάδας άφησα έ­να φρουρό, μην είχαμε καμιά νυχτερινή έφοδο από ανώτερη αρχή, και τότε δε το γλίτωνα το στρατοδικείο.
Με ευχάριστη διάθεση, μπορώ να πω και με τ' α­στεία μας, κυκλώσαμε όλοι οι άντρες το τεράστιο καζάνι, για την εκπλήρωση του μεγάλου καθήκοντος προς... την πατρίδα. Πραγματικά εκείνο το λιγοστό κόκκινο χρώμα τονιζόταν περισσότερο με το λάδωμα, και τ' αυγά μας έπαιρναν μιαν ό­ψη περισσότερο γιορταστική.
Βέβαια, μέσα στη φασαρία και στην έγνοια της βαφής και του λαδώματος, ξεχάσαμε τα ρολόγια μας κι ούτε που πήραμε χαμπάρι πότε πήγε 12 για την Ανάσταση. Όταν ο δεκανέας το θυμήθηκε, ή­ταν πια περασμένες δύο. Κόντευε να χαράξει η αυγή.
- Βρε παιδιά, ο Χριστός αναστήθηκε! φώναζε και τσούγκρισε το αυγό που κρατούσε πάνω σ' εκείνο που λάδωνα εγώ εκείνη τη στιγμή.
- Χρόνια πολλά, κύριε δόκιμε! Χριστός Ανέστη!
- Χριστός Ανέστη, παιδιά! Και του χρόνου στα σπίτια μας, ευχήθηκα σε όλους συγκινημένος.
Τσουγκρίσαμε ο ένας με τον άλλον τ' αυγά μας και κάναμε σαν μικρά παιδιά.
- Άντε! τους παρακίνησα, ας πούμε κι ένα "Χρι­στός Ανέστη", όπως το θέλει το έθιμο τούτης της νύχτας.
Κι εκεί, τριγύρω στο καζάνι το .... χιλιάβγουλο, υψώθηκε ως τον ουρανό η ψαλμωδία μας:
"Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν Ζωήν χαρισάμενος.........

Δεν υπάρχουν σχόλια: