Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΤΟ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΑΥΓΟ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥΛΑΣ



(Άλκη Γουλιμή από το περιοδικό «Συνεργασία») 
Όλη τη Μεγαλοβδόμαδα, η Ροδιά ήταν πρόσχαρη και προκομμένη. Βοήθησε τη μητέρα της να συγυρίσουν το σπίτι. Ασπρίσανε μαζί τον αυλόγυρο. Βάψανε τα κόκκινα αυγά. Πλάσανε ακόμα και τις κουλούρες, χωρίς να δοκιμάσει ούτε τόσο, από τη ζύμη, γιατί νήστευε. Μετέλαβε το Σάββατο, αφού φίλησε πρώτα το χέρι της γιαγιάς και του παππού και τους ζήτησε να τη συχωρέσουν αν τους είχε στενοχωρήσει καμιά φορά, άθελα της.
Τη Λαμπρή όμως, που είναι η πιο μεγάλη και γιορτερή ημέρα, αντί να 'ναι ένα χαρούμενο και γελαστό κοριτσάκι, ήταν το πιο κατσούφικο και το πιο ανάποδο...
Κι η αιτία, ήταν το πασχαλινό αυγό της Λαμπρινούλας...
Η Λαμπρινούλα, το κρατούσε κιόλας στο χέρι της σφιχτά, όταν γυρίζανε οι άλλοι από την εκκλησία. Στο δρόμο που πήγαινε μαζί με τη Γεωργία, την Ελένη και την Αρχόντω, έλεγε και ξανάλεγε δείχνοντας το:
— Σήμερα, θα σπάσω ολονών σας τα αυγά. Ξέρετε. τι σπουδαίο που είναι τούτο δω και πόσο καιρό το 'χω φυλαγμένο; Είναι από τη χρυσόμαυρη κότα μας. Τα φτιάχνει τόσο χοντρόφλουδα που μόνο πάνω σε πέτρα σπάνε!
— Αλήθεια; Αλήθεια; ρώτησαν μ' απορία τα κορίτσια.
   Βέβαια, κάντε λίγη υπομονή και θα δείτε... και θα βεβαιωθείτε!..­
Όταν καθίσανε όλοι στο τραπέζι να φάνε τη μαγειρίτσα και ρώτησε ο παππούς ποιος ήθελε να τσουγκρίσει μαζί του, πετάχτηκε αμέσως πρώτη και καλύτερη η Λαμπρινούλα:
   Εγώ, παππού! Και θα δεις κι εσύ τι σπουδαίο αυγό έχω διαλέξει! Το πιο καταπληκτικό απ' όλα!...
Τσαφ! Δίνει μια και σπάει αμέσως το αυγό του παππού! Τσούφ! Το ίδιο όταν ήρθε η σειρά της γιαγιάς, που χαμογέλασε γλυκά στην Λαμπρινούλα, μόλις έσπασε το κόκκινο της αυγό, η εγγονούλα της.
Ύστερα, η Λαμπρινούλα, τσούγκρισε με τον πατέρα, τη μητέρα, το θείο Βαγγέλη, τη θεία Μαρία. Τσαφ! τσουφ! Το ένα πίσω από το άλλο χωρίς να μείνει κανένα γερό.
Οι μεγάλοι γελούσαν με την καρδιά τους, λέγοντας:
Μπράβο, Λαμπρινούλα! Μπράβο! Μπράβο! Πολύ  σπουδαίο το αυγό της χρυσόμαυρης κότας σου!
Κι όταν φέρανε η Ελένη, η Γεωργία και η Αρχόντω τα πασχαλινά αυγά τους, για να τσουγκρίσουν με τη Λαμπρινούλα, τα τσάκισε αμέσως κι αυτά:
Τσάφ-τσουφ! ακουγόταν ολοένα κι όλοι γελούσαν μαζί της με το «θαυμαστό, αχτύπητο αυγό»...
Ωστόσο, μέσα σ' όλη τούτη τη διασκέδαση, υπήρχε και κάποιος που δε λάβαινε μέρος: Η Ροδιά που όχι μόνον δε γελούσε, μα αντίθετα, είχε τόσο κατσουφιάσει που το μέτωπο της γιόμισε ζάρες - ζάρες. Σύγχρονα, ένιωσε σάμπως να μπήκε στην καρδιά της και να φώλιασε ένα σκαθαράκι, τόσο δα, που της έδωσε ένα γερό τσίμπημα... Έτσι, όταν ήρθε η Λαμπρινούλα κοντά της, για να τσουγκρίσουν και μαζί, της αποκρίνεται ξερά: Δεν έχω καμιά όρεξη να σπάσεις τ' αυγό μου! Και της γυρίζει απότομα την πλάτη! Η Λαμπρινούλα, στην αρχή - τα σάστισε για καλά. Την ίδια όμως στιγμή, φωνάξανε μαζί η Ελένη και η Γεώργιε
— Λαμπρινούλα, δε δανείζεις και σε μας λίγο αυτό το  σπουδαίο αυγό; Να κερδίσουμε και μεις μια φορά; Να,   κοίτα, σου χαρίζουμε άλλα πέντε που είναι από την άσπρη μας την κότα! Και τα κάνει όλα δίκροκα!
— Α, πα, πα! Τι είναι αυτά που λέτε! Το καλάθι ξέχειλο να μου χαρίσετε με τα κόκκινα αυγά, δε σας δίνω το δικό μου. Για ελάτε να τσουγκρίσετε πάλι μαζί μου, να δοκίμασε ­την αξία του!
Τα κορίτσια βάλανε ξανά τα γέλια, η Ροδιά όμως ένιωσε στην καρδιά της το ίδιο, εκείνο, δυνατό τσίμπημα... Στο μεταξύ, ο θείος Βαγγέλης πήρε το κλαρίνο του κι άρχισε να παίζει ένα συρτό.
Χαρούμενα τα κορίτσια σηκώθηκαν απάνω κι αρχίσανε χορεύουν. Μονάχα η Ροδιά δεν τις ακολούθησε. Πήγε ο κρύφτηκε σε μιαν απόμερη γωνιά. Την είδε η Λαμπρινούλα που έσερνε πρώτη το χορό και φώναξε:
—' Έλα Ροδιά! Δε θα ' ρθεις να χορέψεις μαζί μας;
    Όχι, δε θέλω! Παράφαγα από τη μαγειρίτσα και βαρυνε το στομάχι μου, αποκρίθηκε κατσουφιασμένα η Ρόδια.
 Στ' αλήθεια, λοιπόν, ένιωθε κάποια βαρυθυμιά. Λες και έφταιγε ακόμα εκείνο το σκαθαράκι. Γιατί τα τσιμπήματα έρχονταν απανωτά τώρα. Σάμπως να είχαν γίνει από ένα,  δύο και τρία, τα σκαθαράκια...
 Ωστόσο, εκεί που καθόταν έτσι κακοθυμιασμένη η Ροδιά, της ήρθε άξαφνα μια ιδέα στο μυαλό.
Αλήθεια, πώς δε τη σκέφτηκε νωρίτερα;
Πετάχτηκε από τη θέση της κι έτρεξε με φούρια μέσα στο σπίτι. Τράβηξε ολόισια για την κάμαρα της μητέρας όπου βρισκόταν το καλάθι με τα ραψίματα. Κάτω από τα αμπάλωτα ρούχα, ξέχωσε αμέσως αυτό που γύρευε:
Το ξύλινο αυγό του μονταρίσματος! Τ' άρπαξε γοργά η Ροδιά και με την ίδια φόρα, πήγε να βρει το κουτί με τις μπογιές της...
Είχε περάσει κάμποση ώρα. Όλη η χαρούμενη συντροφιά εξακολουθούσε να χορεύει στην αυλή. Μα κι η Ροδιά, όταν ξαναβγήκε από το σπίτι, δεν έδειχνε πια τόσο κατσουφιασμένη όπως πριν. Ίσως, γιατί μέσα στη χούφτα της, έκρυβε τώρα, ένα κόκκινο, ξύλινο αυγό... Μόλις τη βλέπουν τα κορίτσια, τη φωνάξανε αμέσως:
—' Άντε, λοιπόν! Τ' αποφάσισες πια να 'ρθεις να χορέψεις;
— Ναι, αποκρίθηκε πρόθυμα η Ροδιά. Κι επειδή μου πέρασε και η βαρυστομαχιά, λέω να φάω κι εγώ κανένα αυγό τώρα. Μπας και θέλει καμιά να τσουγκρίσει μαζί μου; ρώτησε τάχα αδιάφορα, ρίχνοντας ωστόσο και μια κρυφή ματιά στη Λαμπρινούλα...
— Μα, βέβαια! Βέβαια! θα τσουγκρίσεις με τη Λαμπρινούλα που έχει σήμερα το πιο «θαυμαστό» αυγό! είπαν γελώντας τα κορίτσια.
Λοιπόν, η Ροδιά, στο «πι και φι», χωρίς άλλη κουβέντα, άνοιξε λίγο τη χούφτα της, προσεχτικά, για να φανεί μονάχα η μύτη από το ξύλινο αυγό.
—Έλα, κάνε εσύ την αρχή, λέει τάχα αδιάφορα, στη Λαμπρινούλα.
Δεν έφερε καμιά αντίρρηση εκείνη: Χτύπησε αμέσως τη μύτη του «σπουδαίου» της αυγού, στο ξύλινο της Ροδιάς. Όμως, δεν μπόρεσε να μην ξεφύγει ένα «Ω!» Το χοντρόφλουδο αυγό της χρυσόμαυρης κότας, έσπασε αμέσως...
Μα και τ' άλλα κορίτσια, παραξενεύτηκαν στην αρχή. Αλλά, ύστερα, είπαν όλα με απογοήτευση:
— Μμ! Αυτό ήταν λοιπόν το θαυμαστό αυγό;
   Για σταθείτε, έκανε τάχα αδιάφορα η Ροδιά. Μη βιάζεστε έτσι γρήγορα να βγάλετε συμπεράσματα. Έχει και άλλη μεριά το αυγό. Σειρά μου, λοιπόν, Λαμπρινούλα! Τούτη τη φορά, η Ροδιά, γύρισε και κοίταζε ειρωνικά τη Λαμπρινούλα. Αλλά εκείνη, σάμπως να ήταν πολύ απασχολημένη με το μισοσπασμένο αυγό της. Γιατί δε σήκωσε τα μάτια της, ούτε στιγμή, από αυτό.
Τσαφ! ακούστηκε ο μαλακός κρότος, ξανά, και το «θαυμαστό χοντρόφλουδο» αυγό, έσπασε κι από τις δυο μεριές!...
— Μπράβο, Ροδιά! Μπράβο, Ροδιά! Ζήτω η Ροδιά που κέρδισε τη Λαμπρινούλα! χτύπησαν τα χέρια τα κορίτσια, γελώντας δυνατά. Πάει Λαμπρινούλα το σπουδαίο σου αυγό! Είδες τι έχασες που δεν ήθελες να μας το δώσεις και να σου χαρίζαμε εμείς τα πέντε;
Όμως η Λαμπρινούλα, δε μίλησε ούτε τώρα. Μονάχα, έριξε ένα πλάγιο βλέμμα στη Ροδιά, γεμάτο απορία...
Μα τι περίεργο. Κι η Ροδιά, παρόλο που πραγματοποιήθηκε η «ωραία ιδέα της» ένιωθε ακόμα την ίδια βαρυθυμιά. Κι αληθινά, δεν ήξερε εκείνη να εξηγήσει τι ήταν. Κόντευε να πιστέψει στ' αλήθεια πως έφταιξε η μαγειρίτσα, γιατί έφαγε δυο βαθιά, ξέχειλα, πιάτα.
— Πάμε να χορέψουμε τώρα, λέει μεμιάς η Λαμπρινούλα και τραβώντας τη Ροδιά και την Αρχόντω από το χέρι, αρχίσανε να τρέχουν μαζί.
— Τα μάθατε τα μαντάτα; φώναξε η Αρχόντω από μακριά, στους μεγάλους: Η Ροδιά, κέρδισε τη Λαμπρινή! Λοιπόν της έσπασε «το σπουδαίο αυγό της χρυσόμαυρης κότας με το χοντρόφλουδο τσόφλι που μόνο πάνω σε πέτρα σπάει!»..­
Ναι, αλήθεια! Το ' σπάσε με το πρώτο! Τσαφ! τσουφ! Πάει, το σπουδαίο αυγό: Τσαφ!... και... τέλος!...
— Μπράβο Ροδιά! Μπράβο! Μπράβο! Είπαν όλοι μαζί και πιάνοντας την από τον ώμο, ο θείος Βαγγέλης, την έσυρε μαζί του στο χορό.
Η Ροδιά, χόρεψε και τραγούδησε κάμποση ώρα. Μα κι αυτή η ανεξήγητη βαρυστομαχιά, δεν έλεγε να περάσει...
Σε λίγο, ο θείος Βαγγέλης, σταμάτησε τη μουσική κι είπε:
   Κορίτσια, είναι ώρα να πάμε στην Εκκλησία, γιατί αρχίζει η Λειτουργία της Αγάπης. Τρεχάτε λοιπόν γρήγορα, να ετοιμαστείτε και προσέξτε να μην αργήσετε.
 Πρόθυμα τα παιδιά, παρατήσανε το γλέντι και πήγαν να πλυθούν και να συγυριστούν. Πήραν και τις λαμπάδες τους και ξεκινήσανε τραγουδώντας, εκτός από τη Ροδιά που η κακοκεφιά της, εξακολουθούσε να τη βαραίνει ολοένα και περισσότερο. Εκείνο το «σκαθαράκι», έμοιασε σάμπως να είχε δώσει τη θέση του σε μια μεγάλη τανάλια και της έσφιγγε, της έσφιγγε, δυνατά την καρδιά...
Άξαφνα, ακούστηκαν οι καμπάνες να χτυπάνε δυνατά και πρόσχαρα. Λες και θέλανε να θυμίσουν με το ζωηρό ήχο τους, πόσο χαρούμενη μέρα ήταν.
Τότε η Ροδιά; κοντοστάθηκε καταμεσής του δρόμου. Στο μυαλό της, γεννήθηκε μια καινούργια σκέψη.
 Χωρίς να τη συλλογιστεί ξανά, έτρεξε βιαστικά κοντά στη Λαμπρινούλα που κρατούσε προσεχτικά τη λαμπράδα της με τις θαλασσιές κορδέλες. Έσκυψε, στο αφτί της και της. λέει σιγανά, πολύ, πολύ, σιγανά:
— Λαμπρινούλα, έχω κάτι να σου πω. Κάτι πολύ - πολύ σοβαρό: Ξέρεις... το δικό μου το κόκκινο αυγό...
— Ξέρω, ξέρω! την έκοψε, ψυθιριστά, η Λαμπρινούλα, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάζει. Ήταν ξύλινο.... Το κατάλαβα αμέσως. Ωστόσο, δε μίλησα γιατί ήξερα, πόσο ήθελες να με κερδίσεις...
— Δηλαδή;... το κατάλαβες αμέσως;... με το πρώτο; έκανε με απορία η Ροδιά. Και... και... δεν είπες τίποτα; Ω!... Γεμάτη ντροπή τώρα, η Ροδιά, χαμήλωσε το κεφάλι, για να κρύψει τα δάκρυα που αρχίσανε να κυλάνε στα πυρωμένα μαγουλά της.
— Σσσστ! Δεν κάνει να κλαις τέτοια μέρα που είναι, αποκρίθηκε γλυκά η Λαμπρινούλα. Σήμερα όλοι γελάνε και χαίρονται. Να, για άκουσε τις καμπάνες, τι γιορτερά που χτυπάνε. Μια λοιπόν που είναι η «Ημέρα της Αγάπης». έλα και μείς, να τα ξεχάσουμε όλα και να αγαπήσουμε ξανά. Χριστός Ανέστη, Ροδούλα! είπε και τη φίλησε στο δακρυσμένο πρόσωπο της.
Και τότε η Ροδιά, ένιωσε να της φεύγει μεμιάς εκείνο το βάρος που τόσο τη στεναχωρούσε ολοένα, θάρρεψε πως γίνηκε η ίδια, ένα μικρούλι, τόσο δα ανάλαφρο πούπουλο που μπορούσε να πετάξει ψηλά, στο γαλανό ουρανό...
— Αληθώς Ανέστη! αποκρίθηκε γελαστά και της έσκασε, απανωτά, και στα δύο μάγουλα, δυο σβουριχτά φιλιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: