Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Πρώτη μάχη. Οκτώβριος 1940




του στρατιώτη, τότε, Λάμπρου Θεοδωρόπουλου
1° Σύνταγμα /1Η  ύλη ιππικού Θεσσαλονίκης. Δύναμη 150 ανδρών.
Ξεκινήσαμε από τη Σαμαρίνα, μία ύλη ιππικού με ίλαρχο τον κ. Πυλιορόφ Κνημ από τη Μόσχα. Νύχτα! Σκοτάδι βαθύ! Είχαμε πάρει λανθασμένη πληροφορία ότι οι Ιταλοί βρίσκονται πολύ μακριά της Πίνδου. Το απόγευμα της άλλης μέρας φτάσαμε σ' ένα ύψωμα. Πριν από το ύψωμα βρήκαμε ένα κεφαλόβρυσο με πολύ νερό και όπως ήμασταν διψασμένοι, καθίσαμε να πιούμε και να φάμε χωρίς να έχουμε βγάλει εμπροσθοφυλακή.

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, 13 Δεκεμβρίου 1943




Οι Γερμανοί μπήκαν στα Καλάβρυτα στις 09/12. Δημιούργησαν έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη, προκειμένου να μην μπορεί κανείς να ξεφύγει. Την έντονη ανησυχία των κατοίκων κατάφερε, παραπλανώντας τους, να κατευνάσει ο Γερμανός Διοικητής, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται κανείς να πάθει τίποτε και ότι ο στόχος τους ήταν η εξόντωση των ανταρτών. Προχώρησαν αρχικά στην πυρπόληση σπιτιών που ανήκαν σε αντάρτες και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της Μάχης της Κερπινής.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ 28ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ




Γιορτή της 28ης Οκτωβρίου

Αφηγητής: Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Οι φασίστες  Χίτλερ και Μουσολίνι  έχουν  καταλάβει    την εξουσία στη Γερμανία και   στην Ιταλία.   Ο φασισμός απειλεί την ειρήνη.  Ο Χίτλερ   ,δημιουργεί μια φοβερή πολεμική μηχανή και το 1939 επιτίθεται. Αρχίζει ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

ΒΕΡΟΙΑ: ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Φόβος — πείνα — τρομοκρατία — θάνατος — Κατοχή. Η κυκλοφο­ρία στους δρόμους από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Οι τύραννοι φοβούνται το φως. Ωστόσο ο λαός αντιστέκεται με κάθε τρόπο και με πρωτοπορία τα νιάτα.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Πείνα

Πείνα
13.12.41
Πείνα και αθλιότης στους δρόμους και στα σπίτια. Οι άνθρωποι πρίζονται. Πεθαίνουν στους δρόμους. Οι Γερμανοί αφαιρούν το παν. Τα τρόφιμα έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Το θέαμα ανθρώπων αναίσθητων από την πείνα στα πεζοδρόμια της Λεωφόρου Πανεπιστημίου είναι κάθε μέρα συχνότερο. [...] Στο σταθμό μια γυναίκα πέφτει μπροστά μου σαν κεραυνόπληχτη. Την σηκώνουν, μαζεύεται κόσμος και της δίνει λεφτά. Τι να τα κάνει;
(Ασημ. Πανσέληνος, Φύλλα Ημερολογίου (1941-1943), Αθήνα, Κέδρος, 1993, σ. 118-119)

Μεγάλες θλιβερές ουρές
"Οι ουρές είναι μεγάλες, είναι θλιβερές, με λυπημένους ανθρώπους που ακολουθούν μια δική τους αυστηρή πειθαρχία κοπαδιού. [...] Η μητέρα προσφέρθηκε να πάει στην ουρά του φούρνου. Έφυγα από το σπίτι στις εννιά το πρωί. Εκείνη είχε ξυπνήσει από τις εξήμισι. Πίστευε πως θα ήταν με τους πρώτους. Βρήκε να περιμένουν διακόσιοι άνθρωποι. Γύρισα στις εννιά το βράδυ κι ήταν ακόμα εκεί, στην ίδια θέση περιμένοντας να φέρουν αλεύρι, να το ζυμώσουν, να το ψήσουν και ν' αρχίσουν τη διανομή που είναι τριάντα δράμια στο άτομο. Τη σήκωσα και τη βάσταξα για να γυρίσουμε σπίτι. Γι' αυτό αγόρασα το ψωμί απ' τον οδηγό. Τ' αγοράζεις με μια χρυσή λίρα."
(Γιώργος Καράγιωργας, Οι τραγουδιστάδες της Λευτεριάς, αναφορά στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, Μαρτυρίες 40-44, β' έκδοση, Αθήνα, Κέδρος, 1993, σ. 328)

Πεινώ
Κατοχή. Στις γωνιές των δρόμων οι ντενεκέδες με τα σκουπίδια περιμένουν όχι το αυτοκίνητο ή μάλλον το κάρο να τους αδειάσει. Περιμένουν τους πεινασμένους ανθρώπους να ψάξουν μέσα να βρουν κάτι φαγώσιμο: λεμονόκουπα, φύλλα κρεμμυδιού...
[...]
Τα μπακάλικα άδεια. Το μόνο που βρίσκαμε ήταν μουστάρδα. Ο κυρ Βαγγέλης -ο παντοπώλης μας- διερωτάται πώς αγοράζουμε όλο μουστάρδα... Μια μέρα του έλυσα την απορία αυτή: "Σπουδαίο φαγητό" του λέω...
Η λέξη "πεινώ" αντηχούσε συνεχώς στ' αυτιά μας. Παιδιά γύριζαν σκελετωμένα, ωχρά, σύρριζα στο πεζοδρόμιο και φώναζαν "πεινώ" για να τ' ακούσουν οι ένοικοι των ισογείων σπιτιών να συγκινηθούν και να τους δώσουν κάτι, αν είχαν.
[...]
Κάποτε μας έδιναν με δελτίο λίγο ψωμί οι φούρνοι. Ήταν από σκουπόσπορο. Αν το κρατούσες στα χέρια να πας στο σπίτι, κάποιος σου τ' αρπούσε χωρίς ντροπή...
(Έρη Mελέκου, στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, Μαρτυρίες 40-44, β' έκδοση, Αθήνα, Κέδρος, 1993, σ. 305)

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Το χέρι έσπασε σαν γυάλινο


Μια βραδιά ένας φαντάρος, γιος στρατηγού, πέθανε από το κρύο. Ήτανε φρουρός, αποναρκώθηκε στην παγωνιά κι όταν πήγαν ν' αλλάξουν βάρδια τον βρήκαν πετρωμένο. Τον έπιασαν από το χέρι να τον ανασηκώσουν, μα το χέρι του έκανε κρακ και ξεκόλλησε σα γυάλινο. Ο ταγματάρχης φοβήθηκε μήπως ξεψυχήσουν κι άλλα παιδιά τις νύχτες κι αποφάσισε ν' αραιώσει τις φρουρές, να κρατήσει τις προφυλακές μόνο με οπλοπολυβόλα, ώστε να μην εκθέτωνται πολλοί στρατιώτες στη χιονοθύελλα... Κάποιο ξημέρωμα ο ταγματάρχης άκουσε τα οπλοπολυβόλλα να βάλλουν και πετάχτηκε να δει τι τρέχει. Δε γινόταν ιταλική επίθεση, όπως νόμισε, παρά ένας φαντάρος είχε πάλι παγώσει κι έριχναν οι σύντροφοί του με τα πολυβόλα για να ζεσταθούν οι κάνες και να μπορέσουν μ' αυτές να θερμάνουν το κοκκαλωμένο σώμα του.
(Χρήστος Ζαλόκωστας, ΠΙΝΔΟΣ, στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, Μαρτυρίες 1940-1941, Αθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 216)

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Δεν είχα δει ξανά τέτοια λάσπη (28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ)

       Δεν είχα δει, ούτε νομίζω πως θα δω ξανά τέτοια λάσπη στη ζωή μου. Πάταγες στην αρχή ανύποπτος πάνω της και βυθιζόσουν, βυθιζόσουν, βούλιαζες, ως τους αστραγάλους, ως τη μέση του ποδιού, ως το γόνατο - καταπινόταν όλη η μπότα σου κι αισθανόσουν πια την υγρή παγωνιά να διαπερνά την κυλότα σου γύρω στα μπούτια σου.
Παραπατούσες, το πόδι σου δεν ξεκολλούσε, όσο και να το τράβαγες μ' όλη σου τη δύναμη και με τα δυο σου χέρια ή το 'νιωθες να σηκώνεται μόνο του, αφήνοντας τη μπότα σου στο βυθό. Τότε φώναζες στους άλλους να σταματήσουν, να μη προχωρούν:
"Για θα χαθούμε, παιδιά, θα χαθούμε! Περιμένετε! Δεν μπορώ να βγω". Ο πιο κοντινός σου τότε σε βοηθούσε - κ' η ίδια κατάσταση άρχιζε πάλι και πάλι σε κάθε δέκα βήματα. Δεν ξέρω πόσο χρειάστηκε να περάσουμε αυτό το καταραμένο μέρος - μα μου φαίνεται πως θα κάναμε περισσότερο από ώρα.
Γιάννη Μπεράτη, Το πλατύ ποτάμι